Πάμε!

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2018

«Να ηττηθούν οι ιδέες και οι πρακτικές της συντήρησης»



του Γιώργου Παπανδρέου

3 Σεπτέμβρη 1974 - 3 Σεπτέμβρη 2018. 44 χρόνια, γόνιμα χρόνια. Με πολύ σημαντικές κατακτήσεις. Με μια Ελλάδα που βρέθηκε στις 25 πλουσιότερες χώρες του κόσμου. Στον πυρήνα της Ευρώπης.

Με λάθη, παραλείψεις, πισωγυρίσματα, ακόμη και επιλογές που πλήγωσαν τον Ελληνικό λαό ή ναρκοθέτησαν τη Δημοκρατία. Οι ευθύνες είναι σίγουρα του πολιτικού συστήματος, μερίδιο όμως αναλογεί και στους πολίτες.

Η αλήθεια πληγώνει, αλλά και απελευθερώνει. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει μέλλον.
Είναι υποχρέωση όλων, η νηφάλια συζήτηση για αυτήν την πρώτη μετά τον πόλεμο ειρηνική, δημοκρατική και εποικοδομητική περίοδο. Όπως και η ψύχραιμη προσέγγιση, όλων των επιμέρους κεφαλαίων της, αν επιθυμούμε, να πορευτούμε στο μέλλον όπως αξίζει στους Έλληνες και όχι όπως βολεύει ορισμένους.

Ο καθένας έχει την διαδρομή του και κρίνεται για αυτήν. Κανείς δεν μπορεί να φέρει την ιστορία στα μέτρα του, αλλά είναι υποχρεωμένος να δώσει τη δική του ερμηνεία.
3 Σεπτέμβρη 1974. Η χούντα έχει πέσει υπό το βάρος των εγκλημάτων της και δυστυχώς, την προδοσία και την κατοχή της Κύπρου. 

Ορατές οι συνέπειες από το δράμα του Εμφυλίου και την αυταρχική διακυβέρνηση της δεξιάς, όπως και της εξωτερικής εξάρτησης. Ο Ελληνικός λαός έχει θρηνήσει νεκρούς, έχει βιώσει το μίσος και το διχασμό, αλλά έχει ζήσει και μια χαμένη άνοιξη, στις αρχές της δεκαετίας του ‘60. Μια άνοιξη, που λοιδορήθηκε και πολεμήθηκε λυσσαλέα.
Ζητά το αυτονόητο. Ελευθερία και Δημοκρατία. Ζητά τη ζωή του πίσω. Και προσπαθεί να αφήσει πίσω του το διχασμό.

Η συντηρητική παράταξη συσπειρώνεται γύρω από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, που αφού προδικτατορικά συνέβαλε στη άνθιση του παρακράτους έχει επιστρέψει από το Παρίσι διατεθειμένος να δρομολογήσει μια βιώσιμη, ευρωπαϊκή πορεία για τη χώρα. Όμως, δεν μπορεί να κάνει τις απαραίτητες τομές για να κλείσει τις πληγές του παρελθόντος - παρά τις αυτονόητες κινήσεις, όπως αυτή που έβαλε τέλος στην «απαγόρευση» του ΚΚΕ.
Ο Ελληνικός λαός, από την πρώτη στιγμή, επιλέγει πολιτική σταθερότητα, αλλά δεν αφίσταται του οράματος να δει την πατρίδα να αλλάζει οριστικά ρότα.

Έτσι, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, επιλέγει να αγωνιστεί για την ανατροπή ενός πολιτικοοικονομικού συστήματος που μεριμνά μόνο για το δικό του όφελος, για τα δικά του συμφέροντα, ξεκινώντας από το ίδιο το κόμμα που ίδρυσε, συγκεντρώνει γύρω του, το πιο δημιουργικό και παρεμβατικό ανθρώπινο υλικό που διαθέτει η χώρα.
Στο πρόσωπό του και στη διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη, βλέπει να ανοίγει ο δρόμος για τη δική του έκφραση, συμμετοχή, κυριαρχία.
Βλέπει πλέον καθαρά, ότι ο στόχος και ο δρόμος είναι ένας: ΑΛΛΑΓΗ.

Ο Ανδρέας, πηγαίνει ακόμη πιο ‘κει. Λέει, ναι σε μια άλλη Ευρώπη.
Οραματίζεται μια Ελλάδα που ανήκει στους Έλληνες, σε μια Ευρώπη που ανήκει στους πολίτες της.

Πείθει - και δικαιώνεται, ότι το μεγάλο τμήμα του Ελληνικού λαού που ήταν τόσα χρόνια στο περιθώριο, μπορεί να κυβερνήσει. Ο ίδιος και το Κίνημα που δημιούργησε μαζί με άλλους αγωνιστές, γίνεται λαϊκό κίνημα, συμ-παράταξη ευρύτατων πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων. 

Το τετράπτυχο που συμπυκνώνει το στρατηγικό στόχο, γίνεται ο οδηγός της πορείας.
Εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, κοινωνική απελευθέρωση, δημοκρατικές διαδικασίες.

Ο ίδιος ο Ανδρέας, θα γυρίσει την Ελλάδα συζητώντας στις λαϊκές συνελεύσεις.
Επικρατεί ένας άνεμος δημιουργίας και αλλαγής.
Η Ελλάδα, αποκτά φωνή, ασκεί πολυεπίπεδη εξωστρεφή εξωτερική πολιτική, διεκδικεί και κερδίζει. Μέρα με τη μέρα, οικοδομείται μια νέα πραγματικότητα.
Μια Ελλάδα δυναμικών, μορφωμένων νέων, αλλά μέχρι τότε στο περιθώριο της πολιτικής, βρίσκει φωνή και συμμετοχή.

Ο πολίτης αντί να εξαρτάται από το κάθε είδους «μέσο» στο πελατειακό σύστημα, οργανώνεται για να κατακτήσει δικαιώματα για όλους, αντί προνομίων που εξαρτώνται από την σχέση του με την εξουσία.
Έτσι εμπεδώνεται μια πρωτόγνωρη και πλατιά λαϊκή συμμαχία.
Η Ελληνική κοινωνία, αρχίζει να αισθάνεται αξιοπρέπεια και αυτοπεποίθηση.
Η αλλαγή είναι ριζική. 
Παιδεία και υγεία για όλους.
Οι γυναίκες αποκτούν φωνή.
Το οικογενειακό δίκαιο αναμορφώνεται ριζοσπαστικά.
Η Αυτοδιοίκηση αποκτά πιο ουσιαστικό ρόλο.
Ο Νομάρχης, πλέον, εκλέγεται.
Ο συνδικαλισμός, έχει ρόλο.
Οι συλλογικές συμβάσεις εμπεδώνονται.
Μαζί, εμπεδώνεται ένα αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης. Η ξεχασμένη Ελλάδα, μπαίνει στο κάδρο. Η κοινωνική συνοχή, επιτρέπει μια πορεία γόνιμη και δημιουργική.
Η συντήρηση, που κατανοεί ότι χάνει το τρένο, αρχίζει μεθοδικά να πριονίζει το δέντρο που έχει μπολιαστεί με μια νέα δύναμη.
Αξιοποιεί, ό,τι δεν έχει προλάβει να αλλάξει. 

Και ο Ανδρέας κατανοεί, ότι ο ίδιος, όπως και ο Γεώργιος, είναι ο στόχος ενός κατεστημένου που δεν συγχωρεί. Αν δεν έχεις φροντίσει να κόψεις το κλαδί που το τροφοδοτεί.
Γιατί, ενώ άλλαξαν τόσα, δεν κόπηκε ο ομφάλιος λώρος με τον παρασιτισμό και τον πελατειασμό. 

Οι παλιές συνήθειες μιας πελατειακής Ελλάδας της δεξιάς, δυστυχώς, προσβάλλουν και το νέο κίνημα, το ΠΑΣΟΚ.

Οι προδοσίες πολλές - και από μέσα.
Θυμάμαι, πόσες φορές ο Ανδρέας βρέθηκε απέναντι σε αρκετούς από αυτούς που δεν ξεχνούν να τον αποθεώνουν.

Ο ίδιος γνώριζε. Λυπόταν που ήταν υποχρεωμένος να διαχειρίζεται δευτερεύουσες αντιπαραθέσεις. Όπως και ο πατέρας του Γεώργιος, ο «βελούδινος» πολιτικός, όπως τον χαρακτήρισε, που έχανε το χρόνο του στις αντιπαραθέσεις μεταξύ των παραγόντων της Ένωσης Κέντρου.

Ο Ανδρέας και το ΠΑΣΟΚ, έγραψαν ιστορία. Την ιστορία του τόπου από τη Μεταπολίτευση και μετά. Άλλαξαν τη μοίρα του τόπου. Έγραψαν γραμμή - γραμμή το κεφάλαιο μιας ολόκληρης εποχής. Δεν μπορέσαμε όμως να σπάσουμε τότε το σύστημα που συντηρεί αντιλήψεις, νοοτροπίες και συμπεριφορές, συντηρητικές, πελατειακές.
Ένα σύστημα, που διαβρώνει τα πολιτικά χρώματα, ξεθωριάζοντας τα σύνορα μεταξύ πολιτικών δυνάμεων. Σύστημα που αλώνει τα πάντα. Κράτος, διοίκηση, αυτοδιοίκηση, θεσμούς, δικαιοσύνη. Με συμφωνίες κάτω από το τραπέζι, πίσω από κλειστές πόρτες. Τρανό παράδειγμα και η σημερινή συμμαχία των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά, τα γεγονότα δείχνουν ότι ο αγώνας δεν έχει τελειώσει.
Για αυτοδιάθεση, ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, ισονομία, διαφάνεια, λογοδοσία.
Πως μπορούμε να παραιτηθούμε από το αίτημα της ουσιαστικής συμμετοχής του πολίτη στις αποφάσεις; Είναι μύθος, ότι οι πολίτες απεύχονται τις αλλαγές. Αισθάνονται εγκλωβισμένοι αλλά δεν στηρίζουν αυτήν την πολιτική πρακτική και κουλτούρα. Αρκεί να τους δοθεί φωνή. Υποχρέωσή μας να δείξουμε ότι κατανοούμε τη σημερινή πραγματικότητα, να ανοίξουμε ειλικρινή συζήτηση για όλα τα «πονεμένα» κεφάλαια της νεότερης ιστορίας μας, και οπωσδήποτε, να σπάσουμε τους μύθους που συστηματικά καλλιεργήθηκαν για να υπονομεύσουν την αυτοπεποίθηση του Έλληνα, ότι μπορούν να γίνουν αλλαγές βαθιές.

Η διεθνής συγκυρία έχει αλλάξει πολύ από τις 3 Σεπτεμβρίου 1974. Το σύνθημα «Η Ελλάδα στους Έλληνες», ισχύει απολύτως, αλλά έχει αλλάξει το περιεχόμενό του.
Είμαστε έτοιμοι ως Ελληνισμός να αναμετρηθούμε με τα κακώς κείμενα;
Είμαστε εμείς, έτοιμοι να αναλάβουμε τις δικές μας ευθύνες, συλλογικά, αντί να ψάχνουμε για εξιλαστήρια θύματα και για εχθρούς ή σωτήρες από το εξωτερικό;
Είμαστε έτοιμοι να σπάσουμε μέσα μας αυτές τις εύκολες λογικές που αποτελούν την πηγή της εξάρτησης; Αυτές που μας ακινητοποιούν, που μας οδηγούν στην παραίτηση;
Είμαστε έτοιμοι, εντέλει, να σπάσουμε τα δεσμά του ιδιότυπου πελατειακού καπιταλισμού που βιώνουν οι Έλληνες;

Τα τελευταία χρόνια υπήρξαν παρατάξεις που δεν είχαν την βούληση να αναμετρηθούν με αυτό το σύστημα. Και αντί να ενώσουν το λαό, κατέφυγαν στην εύκολη και βολική λύση του «κακού αντίπαλου».

Και μάλιστα, την ώρα που δίναμε μια διπλή μάχη. Από τη μια να αποφύγει η χώρα μια εθνική καταστροφή, και από την άλλη, να συνεχίσουμε τις αλλαγές εκείνες που θα διασφάλιζαν την οριστική έξοδο από την κρίση.

Αυτή η δεύτερη επιλογή μας, ήταν που «πονούσε» περισσότερο. Γιατί; Γιατί έβλεπαν ότι μπορεί να μπει ένα τέλος στο σύστημα από το οποίο αντλούσαν τη δύναμή τους.
Έτσι φτάσαμε πάλι στο μίσος και το διχασμό. Γιατί, κάποιοι, όπως η Παράταξή μας, βάλανε μπροστά τη χώρα, και κάποιοι άλλοι, επέλεξαν να οικοδομήσουν καριέρες και κυβερνητικές πλειοψηφίες πάνω στις στάχτες, αλλά και τις θυσίες και τους κόπους των Ελλήνων.
Και έχουμε χρέος, αυτό το γεγονός να γίνει κοινή πεποίθηση των Ελλήνων.
Γιατί, μια άλλη αλήθεια είναι ότι, μέρος της Παράταξής μας, ευθύνεται και γιατί επέτρεψε να θολώσει η ιστορία μας και γιατί έδωσε άλλοθι σε όσους πραγματικά έχουν την ευθύνη της κρίσης, να γίνουν τιμητές.

3 Σεπτέμβρη 2018 - η σημερινή, δική μας αλήθεια.
Οι προοδευτικές δυνάμεις σήμερα, οφείλουν να προχωρήσουν την Αλλαγή και να αναμετρηθούν με το τέρας του πελατειασμού. Που μας κρατά πολιτικά, οικονομικά, ψυχολογικά εξαρτημένους. Όποιο χρώμα, και όποια πολιτική ταμπέλα και αν φέρει.
Οτιδήποτε άλλο, είναι κατώτερο των περιστάσεων. 

Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο ότι στην πολύ κρίσιμη φάση που βρισκόμαστε η χώρα έχει απόλυτη ανάγκη από εθνική συνεννόηση. Εθνική συνεννόηση όμως, δεν σημαίνει κατάργηση των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Το αντίθετο. Γιατί, μόνον έτσι μπορεί να υπάρξουν αξιόπιστες και χρήσιμες για τη χώρα προγραμματικές συμφωνίες. Στρατηγικός μας αντίπαλος δεν μπορεί να είναι άλλος από τη δεξιά και τη συντήρηση.

Όσο για την ΕΕ, η συντηρητική Ευρώπη έχει και αυτή μεγάλες ευθύνες. Πως διαχειρίστηκε την κρίση του 2008, της ευρωζώνης το 2010, των προσφύγων;
Η προώθηση της δημοκρατικής συμμετοχής, της λογοδοσίας, της καταπολέμησης των ανισοτήτων, της υπεράσπισης των κοινωνικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων, της οικοδόμησης μιας διαφορετικής Ευρώπης, πρέπει να γίνει πραγματικότητα. 

Δεν μπορεί όμως, αν δεν δημιουργηθεί μια πλατιά συμμαχία των προοδευτικών πολιτών.
Η συμμαχία αυτή, αφορά τους πολίτες, τις κινήσεις, τις πρωτοβουλίες. Όχι τις λεγόμενες «αριστερές» ηγεσίες. 

Ο εναγκαλισμός με ακροδεξίες δυνάμεις, η υιοθέτηση ενός απολίτικου τακτικισμού και η ενεργός στήριξη της πελατειακής λογικής, ακυρώνουν την επιδίωξη της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, η σύγκληση των προοδευτικών δυνάμεων να επιτευχθεί στο δικό της γήπεδο.
Για αυτό σήμερα, το μεγάλο στοίχημα, είναι οι ενεργοί πολίτες να πάρουν στα χέρια τους την υπόθεση της προοδευτικής αλλαγής.

Οι προοδευτικοί πολίτες είναι πολλοί. Βρίσκονται σε πολλά μετερίζια. Και αυτές οι δυνάμεις, μαζί με τις δικές μας δυνάμεις, έχουν και την ευθύνη να δώσουν τις επωφελείς για τη χώρα και το χώρο διεξόδους. Κανείς δεν περισσεύει. Υπάρχουν πολίτες, στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς και του κέντρου, που αναγνωρίζουν την ανάγκη μιας «τομής». Αλλά εμείς έχουμε καθήκον να οριοθετήσουμε πολιτικά, το πρόσημο του εγχειρήματος της ΑΛΛΑΓΗΣ. Και έχουμε καθήκον όλοι να συσπειρωθούμε σε αυτήν τη νέα προσπάθεια.

Δεν έχουμε ανάγκη από ηττημένα κόμματα και πολίτες. Είναι όμως εθνική ανάγκη να ηττηθούν οι ιδέες και οι πρακτικές της συντήρησης. Και ο διάλογος να γίνει από μια υγιή βάση. 

Ο καθένας, ας αναλάβει τις ευθύνες του.
Χρειάζεται αλλαγή της χώρας για την οριστική έξοδο από την κρίση.
Αλλαγή δομική. ΑΛΛΑΓΗ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ. 

Και εδώ, δεν χωρούν φοβίες, δεύτερες σκέψεις, σκοπιμότητες, μικροπολιτικές, μικροκομματικές και προσωπικές επιδιώξεις και στοχεύσεις.
Δεν υπάρχει η πολυτέλεια για κάτι τέτοιο. 

Παίρνοντας μαθήματα από όσα έγιναν από το 1974 μέχρι σήμερα, οφείλουμε να αλλάξουμε, για να αλλάξουμε τη χώρα. Είναι κρίμα να βουλιάξουμε όλοι μαζί στο βάλτο του πελατειασμού.
Έτσι θα τιμήσουμε την αγωνιστικότητα, το όραμα που ενέπνευσε την 3η Σεπτέμβρη του 1974.

Ας αφήσουμε τις στομφώδεις διακηρύξεις στους αποτυχημένους αντιγραφείς και σε όσους έχουν μάθει να πωλούν ιστορία, αντί να γράφουν τη δική τους. Αυτούς πληρώνουμε και θα πληρώνουμε ακριβά, αν δεν φέρουμε σε πέρας το έργο της ΑΛΛΑΓΗΣ της χώρας.

Μια Ελλάδα, απαλλαγμένη από μεσσίες, σωτήρες και «κλεπταποδόχους» του πλούτου της και του μέλλοντός της.

Να χτίσουμε ακόμα πιο δυναμικά μια Ελλάδα πολιτών που αισθάνονται ίσοι, συμμέτοχοι, ασφαλείς, δημιουργικοί, ελεύθεροι και με θετική προοπτική για την προσωπική τους αλλά και τη συλλογική μας ζωή.

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018

Οι αντιΣΥΡΙΖΑ φίλοι μου


της Αγγελικής Σπανού


Μιλάω όλο και πιο συχνά με προοδευτικούς ανθρώπους αποφασισμένους να ψηφίσουν ΝΔ στις επόμενες εκλογές. Για τους περισσότερους θα είναι η πρώτη φορά που θα το κάνουν και που το έχουν σκεφτεί. Δεν θέλουν να ξέρουν λεπτομέρειες για το γίγνεσθαι στην αξιωματική αντιπολίτευση, αποφεύγουν συζητήσεις για συγκεκριμένα πρόσωπα με ακροδεξιές αναφορές, δεν τους αρέσουν τα πολλά-πολλά για το μακεδονικό και δεν προβληματίζονται για το ενδεχόμενο ηγεμονίας των ιδεών της Δεξιάς.

Ο ένας μου λέει ότι δεν τον νοιάζει παρά μόνο «να φύγουν αυτοί». Ο άλλος ότι θα ψηφίσει τον πιο απειλητικό αντίπαλο του Τσίπρα και αυτός είναι ο Μητσοτάκης. Ο τρίτος αποενοχοποιείται με το επιχείρημα ότι «μια φορά δεν πειράζει», αν είναι να βρεθούμε στην κανονικότητα. Υπάρχουν κι αυτοί που δεν έχουν κανέναν δισταγμό, θεωρούν εξαιρετική επιλογή την ΝΔ στη βάση της σύγκρισης με την κυβέρνηση.

Αυτοί που θα ψηφίσουν ΝΔ για πρώτη φορά στη ζωή τους είναι συνήθως πιο αγριεμένοι από τους «κανονικούς» δεξιούς που έχουν ιδεολογική ή συναισθηματική σύνδεση με αυτόν τον πολιτικό χώρο. Η έντασή τους ερμηνεύεται εύκολα: Μισούν τον ΣΥΡΙΖΑ (και) γιατί τους υποχρεώνει να κάνουν μια πολιτική επιλογή ξένη προς τον εαυτό τους και ασύμβατη με τις αρχές και τις αξίες τους.

Ήταν μετριοπαθείς αλλά τώρα απολαμβάνουν τις ακρότητες στο διαδίκτυο. Ήταν χαμηλών τόνων αλλά τώρα θέλουν δικαστήρια και τιμωρία. Υποστήριζαν τον εκσυγχρονισμό αλλά τώρα θα βολευτούν και με τον αναχρονισμό αρκεί να απαλλαγούν από τη σημερινή κυβέρνηση. Ζητούσαν ανανέωση αλλά τώρα τους πάει το παλιό γιατί δεν αντέχουν την ιδέα του ρίσκου και του πειραματισμού. Δεν τους αρέσει ο Σαμαράς αλλά τον προτιμούν από τον Σκουρλέτη. Τους είναι ξένος ο Βορίδης αλλά καλύτερα θα τα έκανε από τον Τόσκα. Αντιλαμβάνονται ότι είναι πρόβλημα η αντιπροεδρία Άδωνι αλλά κομμάτια να γίνει αν πρόκειται να μας απαλλάξει από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι κοινωνικό φαινόμενο. Τόσοι προοδευτικοί πολίτες συσπειρωμένοι στο συντηρητικό κόμμα, όχι γιατί είναι με αυτούς αλλά γιατί στέκονται απέναντι στους άλλους. Μια αποϊδεολογικοποιημένη ψήφος της ανάγκης που δεν κρύβει ούτε ελπίδα ούτε φόβο, κρύβει θυμό, ακόμη και απόγνωση.

Οι αντιΣΥΡΙΖΑ φίλοι μου δεν θα επηρεαστούν ούτε από τυχόν αποκαλύψεις για σκάνδαλα ούτε από το ακόμη εντονότερο κλίμα πόλωσης που θα καλλιεργήσει η κυβέρνηση στο δρόμο προς τις κάλπες. Τίποτα δεν πρόκειται να τους αλλάξει γνώμη. Περιμένουν τη στιγμή που θα εκφραστούν με την ψήφο τους και αγωνιούν μήπως αργήσει πολύ. Θα προτιμούσαν να ξεμπερδεύουμε το φθινόπωρο αλλά καταλαβαίνουν πως ένα τέτοιο σενάριο δεν είναι ρεαλιστικό. Καγχάζουν αν τους πεις για τη δυνατότητα επιλογής του Κινήματος Αλλαγής, όχι γιατί δεν θέλουν να βρεθούν στο ίδιο χαράκωμα με τον Στ. Παναγούλη και τον Κ. Χαρδαβέλα αλλά γιατί τους φαίνεται πολύ μεσοβέζικη λύση, χλιαρή, θέλουν πόλεμο και θρίαμβο με συντριβή του αντιπάλου. Κάτι που τους απασχολεί πολύ είναι να μην ξαναβρούν μπροστά τους τον Τσίπρα. Να μην είναι ένας στιβαρός αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης που μπορεί κάποια στιγμή να επανέλθει στο Μέγαρο Μαξίμου αλλά ένας τελειωμένος πολιτικός αρχηγός που θα βλέπει την εξουσία με το κιάλι και δεν θα μπορεί να κυκλοφορήσει πουθενά.

Οι αντιΣΥΡΙΖΑ φίλοι μου είναι εξοργισμένοι με τους «ισαποστάκηδες», που κάνουν κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά βλέπουν και τα στραβά της ΝΔ. Δεν είναι ώρα τώρα, σου λέει, για αντικειμενικότητα και ακρίβεια στην ανάλυση, τώρα δίνουμε τη μάχη, μονομέτωπο αγώνα, και μετά βλέπουμε. Αν τους πεις πως κάνει καλό στον Κυρ. Μητσοτάκη η ανάδειξη των παθογενειών του κόμματός του γιατί τον βοηθά να τις υπερβεί, δεν το ακούν. Τίποτα δεν ακούν πέρα από αντικυβερνητικά συνθήματα, επιχειρήματα και κλισέ. Ανησυχούν ότι θα υπάρξει παροξυσμός πριν την πτώση και ότι το «καθεστώς» θα παίξει τα ρέστα του πριν εγκαταλείψει την εξουσία και γι’ αυτό δεν ανέχονται συζητήσεις για τις αδυναμίες των άλλων.

Κατά τα άλλα, ποια Κεντροαριστερά; Την αντιμετωπίζουν σαν άνοστη πολιτική σούπα, σαν περιττή πολυτέλεια και κάποιες φορές σαν ύποπτη για δυνητικό διάλογο με τους εθνικολαϊκιστές του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί οι άλλοι της ΝΔ δεν ενοχλούν αν πρόκειται με αυτό τον τρόπο να πετύχουν μεγάλη εκλογική νίκη, όσο πιο μεγάλη γίνεται.

Οι αντιΣΥΡΙΖΑ φίλοι μου θέλουν να κοιμηθούν το βράδυ και να ξυπνήσουν το πρωί με πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη. Να πάρουν βαθιά ανάσα και να κάνουν ένα μακροβούτι για να δουν βγαίνοντας από το νερό έναν κόσμο χωρίς ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Μιλούν κυρίως μεταξύ τους και αποφεύγουν όσους δεν σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο, ακόμη και αν αγαπιούνται. Γιατί κουβέντα στην κουβέντα μπορεί να γίνουν καταστροφές στις σχέσεις. Ακόμη και έρωτες χαλάνε. Τι κρίμα…

http://www.athensvoice.gr/politics/467743_oi-antisyriza-filoi-moy

Σάββατο 4 Αυγούστου 2018

Η εθνική μας κατάθλιψη

mati01

του Θοδωρή Γεωργακόπουλου


Ξέρετε γιατί είστε θυμωμένοι. Το ξέρετε και το ξέρω. Είστε έξαλλοι με την ασχετοσύνη, με την εξοργιστική, σχεδόν απάνθρωπη επικοινωνιακή διαχείριση, με τους υπεύθυνους που δηλώνουν ανεύθυνοι, με τη χυδαιότητα, το ζόφο, το μίσος. Είναι φυσιολογικό. Παρακολουθούμε ένα απερίγραπτο μπάχαλο απλωμένο πάνω σε μια ανείπωτη τραγωδία. Αλλά ξέρω ότι είστε θυμωμένοι και με κάτι άλλο. Υπάρχει ένα κοινό υπόβαθρο στον πόνο και την οργή όλων μας, κάτι πιο διαχρονικό, που σε συμβάντα όπως αυτό (ή τις πλημμύρες στη Μάνδρα, ή την πετρελαιοκηλίδα στον Αργοσαρωνικό, ή τις φωτιές του 2009, ή τις φωτιές του 2007, ή το σεισμό του 1999, ή και “μικρότερα” πράγματα όπως η διακοπή υδροδότησης της Θεσσαλονίκης επειδή έσπασε ένας σωλήνας, καταλαβαίνετε τι εννοώ) έρχεται στην επιφάνεια.
Κάθε φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια οδυνηρή συνειδητοποίηση: είμαστε μια κοινωνία ξεχαρβαλωμένη, ένα κράτος νεκρό.
Είμαστε χρεοκοπημένοι, αδιόρθωτοι, ανεπίδεκτοι, καταδικασμένοι. Η χώρα μας δε λειτουργεί, οι άνθρωποί της δεν θέλουν να το πάρουν χαμπάρι ή δεν τους νοιάζει, κανένας δεν ενδιαφέρεται να διορθώσει τίποτε, κανείς δεν αναγνωρίζει καν την ανάγκη να ζήσουμε όλοι μαζί, υποτυπωδώς συντονισμένα. Είμαστε ο καθένας μόνος του, ανίκανοι να αντιμετωπίσουμε κοινούς κινδύνους γιατί δεν θέλουμε ν' αναγνωρίσουμε τίποτε κοινό.
Δεν είναι ότι τις άλλες στιγμές το ξεχνάμε, βέβαια. Πάντα το θυμόμαστε. Δεν μας το κρύβει κανένας, οι ενδείξεις είναι παντού.Δεν είναι χώρα αυτή. Δεν είναι χώρα αυτή. Αλλά συμβάντα σαν την τραγωδία στο Μάτι μας τρίβουν την ανεπάρκειά μας στη μούρη και μας υπενθυμίζουν ότι υπάρχει και ένα μεγαλύτερο διακύβευμα. Κάθε μέρα ξέρουμε ότι κάποιος μπορεί να μας κλείσει το πάρκινγκ "για δυο λεπτάκια” ή να αρνηθεί να μας εξυπηρετήσει σε μια δημόσια υπηρεσία επειδή είναι αγενής, έχουμε συνηθίσει τέτοιου τύπου συνέπειες της εθνικής γαϊδουριάς μας, τις θεωρούμε κάτι σα φόρο για να ζούμε στην ωραιότερη χώρα του κόσμου, αλλά μέρες σαν κι αυτές μας γίνεται σαφές πως όταν ένας λαός ζει έτσι, υπάρχουν κι άλλες, σοβαρότερες συνέπειες. Η παθολογική ανοχή στην ανικανότητα και ο ωχαδερφισμός, όλο αυτό το ελαμωρετώριουμ της ελληνικής ύπαρξης, μπορούν ακόμη και να μας σκοτώσουν.
Αν φυσήξει λάθος κι είμαστε στο λάθος σημείο εκεί που ο παππούς έχτισε παράνομα και κανένας γείτονας δεν έχει καθαρίσει τον κήπο του, κανένας δεν θα καταφέρει να μας βοηθήσει. Οι αρμόδιοι θα είναι άχρηστοι και απροετοίμαστοι, οι υπεύθυνοι θα είναι διορισμένα κομματόσκυλα, ο μηχανισμός θα λειτουργεί ασυντόνιστα, εξαρτώμενος από το φιλότιμο μεμονωμένων αβοήθητων ατόμων. Μόνοι μας θα πρέπει να σωθούμε, μολονότι κανένας δεν θα μας έχει εκπαιδεύσει για το πώς πρέπει να ανταποκρινόμαστε σε τέτοιες καταστάσεις και μολονότι ποτέ δεν προνοήσαμε να αποκτήσουμε αυτή την πληροφόρηση από μόνοι μας επειδή δεν ξέρουμε καν ότι αυτό είναι κάτι που γίνεται.
Αυτό που ξέρουμε καλά, και το ξέρουμε μέσα στο πετσί μας, είναι ότι αν κάτι πάρα πολύ άσχημο συμβεί, αν πιάσει φωτιά ή αν γίνει σεισμός, ή αν βρέξει πάρα πάρα πολύ, κανένας δεν υπάρχει για να μας προστατέψει, για ακριβώς τους ίδιους λόγους για τους οποίους τα σκουπίδια κάνουν βουνά στους λάθος κάδους, το Πεδίον Άρεως είναι ένας βόθρος, οι πινακίδες της τροχαίας είναι γεμάτες αυτοκόλλητα και οι τοίχοι της πόλης μπογιατισμένοι με γκραφίτι.
Κι αυτό που πια ξέρουμε καλά είναι ότι η οργή μας δεν φτάνει μόνο μέχρι την (απόλυτα, απάνθρωπα) άχρηστη κυβέρνηση, τους περιφερειάρχες και τους δημάρχους, αλλά πάει βαθύτερα, ευρύτερα, το υπόστρωμα της οργής που νιώθουμε απευθύνεται σε κάθε ένα συμπολίτη μας ξεχωριστά, στον ίδιο μας τον εαυτό, στη συλλογική, ιλιγγιώδη μας ευθύνη, που διακόσια χρόνια τώρα αρνούμαστε να φτιάξουμε (ή, έστω, να απαιτήσουμε) μια κοινωνία που να λειτουργεί, διαρκώς διαμαρτυρόμενοι, πουλώντας την ψήφο μας για ψίχουλα, υπακούοντας σε παράλογους συναισθηματισμούς, ανεχόμενοι τα πάντα, ανεπίδεκτοι, αδιόρθωτοι, κι έτσι στέκουμε τώρα δέκα μέρες έξαλλοι, ο καθένας μόνος του, κατάφατσα στις ανείπωτες πολύπλοκες ευθύνες μας, που ξάφνου χάνουν τη θολή και σκόρπια φύση τους κι συμπυκνώνονται στη μορφή απανθρακωμένων κοριτσιών στην αγκαλιά των παππούδων τους.


http://www.kathimerini.gr/978246/opinion/epikairothta/politikh/h-e8nikh-mas-kata8liyh?platform=hootsuite

Κυριακή 27 Μαΐου 2018

Ποιος προκαλεί ποιον;

της Εύας Στάμου


Συχνά υπερηφανευόμαστε ότι είμαστε συνειδητοποιημένοι πολίτες που όχι μόνο έχουμε άποψη για τα πάντα αλλά και την υποστηρίζουμε παθιασμένα με επιχειρήματα, αναλύσεις -ή και κραυγές- στις παρέες, στην τοπική κομματική ομάδα όπου τυχόν ανήκουμε, στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης.


Αυτή η έντονη, σε καθημερινό επίπεδο, ενασχόληση με τα κοινά, που δεν παρατηρείται σε τέτοιο βαθμό σε όλους τους λαούς της Ευρώπης, θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον στο συμπέρασμα ότι είμαστε ώριμοι και καλά ενημερωμένοι πολίτες, που διαβάζουν έγκριτες εφημερίδες, μελετούν τους νόμους και δεν χάνουν «Ολομέλεια» στο Κανάλι της Βουλής.

Στην πραγματικότητα όμως αυτό ισχύει για ένα μικρό ποσοστό πολιτών. Οι υπόλοιποι, μεγαλώνοντας συχνά σε οικογένειες που είχαν σχέσεις πελατειακές με το γραφείο κάποιου πολιτευτή και κατά συνέπεια προσωπικά οφέλη από την εκλογή του, μαθαίνουν από νεαρή ηλικία να δηλώνουν ειδήμονες στα πολιτικά, χωρίς να φροντίζουν να ενημερωθούν επαρκώς για το εκάστοτε πολιτικό πρόβλημα.

Η ένταξη σε κάποια κομματική νεολαία στο πανεπιστήμιο διαμορφώνει, στη συνέχεια, την πολιτική σκέψη και την πολιτική γλώσσα που οφείλουν να υιοθετήσουν, ώστε να κατατροπώσουν τους κομματικούς αντιπάλους τους, έχοντας ως κύριο μέλημα την επικράτηση της άποψης που θα προωθήσει το συμφέρον της παράταξης, της συντεχνίας ή της οικογένειάς τους.

Την τελευταία δεκαετία έχει εμπεδωθεί η εντύπωση ότι αυτό που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη Δημοκρατία δεν είναι οι θεσμικές κατακτήσεις της ισονομίας, της διάκρισης των εξουσιών, της καθολικής ψηφοφορίας ή της λογοδοσίας των κρατούντων, αλλά κάτι πολύ διαφορετικό: ότι όλες οι απόψεις, όλων των πολιτών, επί οποιουδήποτε θέματος, όσο ανερμάτιστες ή μισαλλόδοξες κι αν είναι, χρήζουν της ίδιας προσοχής.

Τα χρόνια της οικονομικής κρίσης επικράτησε επίσης η αντίληψη πως οι λιγότερο αξιόπιστες πληροφορίες προέρχονται από τους κατεξοχήν υπεύθυνους για την ενημέρωση των πολιτών: τους δημοσιογράφους. Η αντίληψη αυτή έχει συμβάλει στην τάση πολλών χρηστών του διαδικτύου να δίνουν την ίδια βαρύτητα στα κείμενα των πολιτικών αναλυτών με οποιουδήποτε άλλου χρήστη του facebook ή του twitter, ενισχύοντας μια κατάσταση που επιτρέπει την εύκολη διάδοση των fake news και της συνωμοσιολογίας.

Μια άλλη ευρέως διαδεδομένη άποψη είναι ότι ως λαός, ιστορικά, αποφεύγουμε τη βία, δεν είμαστε ποτέ οι επιτιθέμενοι, αλλά πάντα αυτοί που δέχονται επίθεση. Η εικόνα που έχουμε για εμάς είναι πως ήμασταν και παραμένουμε άνθρωποι καλοί, ψύχραιμοι, και δίκαιοι, πιστοί στα χριστιανικά ιδεώδη της αλληλεγγύης και της φιλανθρωπίας.

Ίσως αυτή ακριβώς η εικόνα που διατηρούμε για τους εαυτούς μας να εξηγεί την αμηχανία που πολλοί αισθάνονται απέναντι στη βία, τη δυσκολία που έχουν να αναγνωρίσουν ως τέτοια τα βίαια επεισόδια κατά συμπολιτών τους, τη δυσφορία τους απέναντι σε όσους παραπονούνται για σεξουαλική παρενόχληση ή κάποια άλλη μορφή κακοποίησης, τη δυσανεξία τους στο «me too» - καθώς και την ανικανότητα μεγάλου τμήματος της κοινωνίας να αντιδράσει ορθά απέναντι σε βίαιες συμπεριφορές, που μπορεί να συναντώνται είτε σε μια δημόσια συγκέντρωση είτε στο σπίτι του γείτονα.

Η άποψη ότι το θύμα μιας βίαιης, λεκτικής ή φυσικής, επίθεσης έχει με κάποιον τρόπο προκαλέσει τους θύτες του και άρα είναι συνυπεύθυνο για την επίθεση που έχει υποστεί, ή πως είναι προσωπικό θέμα του καθενός από εμάς να προστατεύσει την τιμή και την ακεραιότητά του, όπως συνηθιζόταν κάποτε στην άγρια Δύση, καμία σχέση δεν έχει με δημοκρατικά ιδεώδη και πολιτική ωριμότητα.

Είναι σοκαριστικό ότι λίγες μέρες μετά την επίθεση που δέχτηκε ο Γιάννης Μπουτάρης, υπάρχουν ακόμη πολίτες που κουβεντιάζουν την «προκλητική» στάση του θύματος, μα και πολιτικοί που αποφεύγουν να καταδικάσουν την επίθεση, αλλά αναζητούν προφάσεις με τις οποίες θα καλύψουν την πολιτική αντιπαλότητα, την εκδικητικότητα ή πιθανώς τον φθόνο που νιώθουν για τον Δήμαρχο Θεσσαλονίκης, καθώς και τη χαιρεκακία που αισθάνθηκαν για την «τιμωρία» που του «άξιζε».


Ο Γιάννης Μπουτάρης εκφράζει συχνά τολμηρές, και γι’ αυτό αντιδημοφιλείς, απόψεις, κάτι που οι περισσότεροι πολιτευόμενοι αποφεύγουν στη χώρα μας. Είτε συμφωνεί, είτε διαφωνεί κάποιος με τις απόψεις του Μπουτάρη, πρέπει να αναγνωρίσει ότι ο ίδιος έχει το θάρρος της γνώμης του, την οποία στηρίζει με επιχειρήματα και όχι με την πρόκληση επεισοδίων ή τη ρητορική μίσους - κάτι που, δυστυχώς, δεν μπορούμε να πούμε ότι ισχύει για όλους τους πολιτικούς αντιπάλους του.

Η ελληνική κοινωνία παραμένει σε μεγάλο βαθμό κλειστή και συντηρητική, μια κοινωνία ναρκισσευόμενη, που αντιστέκεται στη διαφορετικότητα, πιστεύοντας ότι όλοι οι κάτοικοι της επικράτειας οφείλουν να χαρακτηρίζονται από εθνοτική, θρησκευτική και σεξουαλική ομοιομορφία - οτιδήποτε άλλο θεωρείται ύποπτο και προκλητικό.

Όταν οι περισσότεροι επερωτήσουμε την επίπλαστη εικόνα που συντηρούμε για τη χώρα μα και για τους πολίτες της -για το πόσο άκακοι, ανεκτικοί, αθώοι ή παρεξηγημένοι είναι όλοι- θα μπορέσουμε ίσως να αποκτήσουμε και μια σαφέστερη αντίληψη για το τι σημαίνει βία μα και γιατί οφείλουμε να την καταδικάζουμε απερίφραστα, προς όποιους κι αν κατευθύνεται, από όπου κι αν προέρχεται.


Κυριακή 20 Μαΐου 2018

Οι "αγανακτισμένοι" ξανα-επιτίθενται


Χθες ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης δέχθηκε απρόκλητη επίθεση από τραμπούκους που είχαν συγκεντρωθεί στο χώρο της εκδήλωσης για την μέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ποντίων. Το γεγονός από μόνο του είναι τρομακτικό για όσους έχουμε απομείνει σε αυτό τον τόπο να ανησυχούμε για την ελευθερία της έκφρασης και τις δημοκρατικές αξίες.

Τις τελευταίες ώρε ακούστηκαν πολλά σχετικά με το θέμα. Τα πράγματα όμως είναι απλά και ξεκάθαρα και δεν έχουν περιθώριο για πολλές ερμηνείες:
Τραμπούκοι δεν είναι μόνο όσοι χτύπησαν έναν άνθρωπο επειδή εκφράζει διαφορετική άποψη απο τη δική τους.
Τραμπούκοι είναι κι όσοι χάρηκαν κι επευφήμησαν την επίθεση.
Επίσης τραμπούκοι είναι κι όσοι είπαν ότι "ναι μεν ο Μπουτάρης προκαλούσε,αλλα...", ότι κι αν ακολουθεί το "αλλά".

Στις φασιστικές επιθέσεις εναντίον της διαφορετικής άποψης δεν υπάρχει τήρηση ίσων αποστάσεων. Ή παίρνεις ξεκάθαρη θέση εναντίον τους, χωρίς "ναι μεν, αλλά" και χωρίς αστερίσκους, ή παίρνεις το μέρος των τραμπούκων και γίνεσαι κομμάτι της αρρώστιας!