Πάμε!

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018

Περί ιθαγένειας και εθνότητας με αφορμή τη συμφωνία των Πρεσπών


του Χάρη Παμπούκη


Ανεξαρτήτως εάν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τη συμφωνία των Πρεσπών με την οποία λύθηκαν διάφορα θέματα κυρίως το ονοματολογικό και διευκρινίσθηκε η διαφορετική ιστορική καταγωγή της γείτονος και κυρίως εάν υπάρχει συμφωνία ή διαφωνία με εάν ήταν ή όχι εθνικά επωφελής η λύση σε σχέση με τη μη λύση και τη διαιώνιση διαφορών σε μία εποχή εξάρσεως της τουρκικής επιθετικότητας, είναι καθήκον πιστεύω των ακαδημαϊκών να διευκρινίζουν θέματα ειδικότητάς τους προσφέροντας γνώση σε μία πολιτική αντιπαράθεση.

Υπό αυτήν την ιδιότητα και μόνο –ως καθηγητής του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, στο οποίο περιλαμβάνεται και η θεματική της ιθαγένειας– είναι συνεπώς καθήκον μου να διαφωτίσω για ορισμένες έννοιες που έχουν (ηθελημένα ή μη) διαστρεβλωθεί σε αυτή τη δημόσια αντιπαράθεση και κυρίως αυτές της ιθαγένειας και της εθνικότητας.
Ιθαγένεια είναι ο νομικός δεσμός του κάθε κράτους με τους πολίτες του [1]. Κάθε κράτος έχει κατ’ αρχήν ελεύθερα το δικαίωμα να ορίζει τους πολίτες του. Συνώνυμος στην ελληνική γλώσσα του όρου «ιθαγένεια» είναι η υπηκοότητα [2].

Επομένως, εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος ότι ο όρος «ιθαγένεια» ταυτίζεται με το κράτος και μόνο. Δεν αφορά σε έθνος ούτε και θα μπορούσε, γιατί το έθνος δεν είναι υποκείμενο του διεθνούς δικαίου.

Επίσης, είναι χρήσιμο να λεχθεί ότι ο όρος «ιθαγένεια-υπηκοότητα» τόσο στην αγγλική όσο και στη γαλλική αντιστοιχεί στους όρους nationality- citizenship [3] και nationalité [4]. Και στην αγγλική ο όρος διαφέρει σαφώς από τον όρο ethnicity (ο οποίος πράγματι αντιστοιχεί στον όρο «εθνότητα») –και γαλλικά αντίστοιχα ethnicité– και σημαίνει ανήκειν σε εθνοτικό κοινωνικό σύνολο όχι με νομικό δεσμό αλλά πολιτισμικά. Δεν είναι συνεπώς σωστό αυτό που ακούγεται ότι με τη συμφωνία αναγνωρίστηκε εθνότητα διότι δήθεν αποδόθηκε ο όρος nationality-citizenship με τον όρο «ιθαγένεια» αντί του όρου «εθνότητα» και αυτό έγινε επί σκοπώ να παραπλανηθεί ο ελληνικός λαός. Παρά τις διάφορες ατέλειες που πάντα έχει μία μετάφραση, εν προκειμένω ορθά αποδίδεται στα ελληνικά ο όρος nationality-citizenship με τον όρο «ιθαγένεια» (υπηκοότητα). Η κριτική εν προκειμένω είναι λάθος και το επιχείρημα έωλο.

Το έθνος ορίζεται με βάση ορισμένα στοιχεία, κυρίως τη γλώσσα, τη θρησκεία (ομόθρησκο), τις κοινές παραδόσεις, την κοινή ιστορική καταγωγή (το ομόμαιμο) και υποδηλώνει τον δεσμό με ορισμένη ομάδα ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά. Δεν ταυτίζεται με το κράτος, το οποίο αποτελείται από έδαφος, λαό και κυβέρνηση και μόνο μπορεί να είναι υποκείμενο του διεθνούς δικαίου. Ας σημειωθεί επίσης ότι υπάρχουν έντονες διαφωνίες και ως προς τον ίδιο τον ορισμό του έθνους, π.χ. άλλοι περιλαμβάνουν και το ομόθρησκο –γνώμη με την οποία συμφωνώ– άλλοι όχι. Σημαντικό είναι εν προκειμένω να λεχθεί ότι το έθνος και το κράτος διαφέρουν και επομένως η ιθαγένεια-υπηκοότητα με την εθνότητα. Η ιθαγένεια είναι η ιδιότητα, ο νομικός δεσμός με το κράτος και η εθνότητα είναι ο δεσμός με ένα έθνος. Η διεθνής κοινωνία βασίζεται στα κράτη, μετά τη Συνθήκη των Βετσφαλιών (1648), τα οποία είναι υποκείμενα του διεθνούς δικαίου και όχι στα έθνη τα οποία δεν είναι.

Να το παραστήσουμε όσο απλά γίνεται: σε ένα κράτος μπορεί να υπάρχουν πολλά έθνη (και στο πλαίσιο αυτό των μειονοτήτων τίθεται και το θέμα αναγνώρισης εθνοτήτων, δηλαδή εντός του κράτους και για την προστασία τους, όχι όμως ταυτιζόμενο με το κράτος) και ένα έθνος μπορεί να υπάρχει σε πολλά κράτη (η Ελλάδα είναι περίτρανο τέτοιο παράδειγμα). Το έθνος δεν είναι υποκείμενο διεθνούς δικαίου. Το τελευταίο ασχολείται μαζί του μόνο σε σχέση με την προστασία των μειονοτήτων. Επίσης, στο εσωτερικό δίκαιο η έννοια έθνος χρησιμοποιείται περιορισμένα. Συνδέεται κατά υπάλληλο τρόπο με το δίκαιο της ιθαγένειας (και λαμβάνεται υπόψη ως προς την ελάφρυνση όρων κτήσης ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση προκειμένου περί ομογενών).

Στη συμφωνία των Πρεσπών μεταξύ των κρατών Ελλάδας και FYROM αντικείμενο είναι, και δεν θα μπορούσε να είναι και αλλιώς, το όνομα του κράτους της βορείου γείτονος και η συνακόλουθη ονομασία της ιθαγένειας-υπηκοότητας των πολιτών της. Δεν ασχολείται αυτή η συμφωνία με θέματα εθνότητας. Δεν έχει ως αντικείμενο π.χ. την προστασία της ελληνικής εθνότητας στη FYROM (ακόμη) και αντίστοιχα της «μακεδονικής» εθνότητας στην Ελλάδα. Είναι συμφωνία μεταξύ κρατών για θέματα ονομασίας κράτους και ιθαγένειας και όχι συμφωνία μεταξύ κράτους και έθνους ή συμφωνία με αντικείμενο εθνοτικά θέματα εντός των δύο αυτών κρατών.

Επομένως, είναι σαφές ότι η συμφωνία αυτή –καλή ή κακή, άλλο θέμα στην κρίση των πολιτών– πάντως δεν αναγνωρίζει εθνότητα (περιορισμένα αναφέρεται σε δύο από τα συστατικά της, τη γλώσσα και την ιστορία, αρνητικά για να διευκρινίσει απλώς ότι δεν είναι ελληνική) ούτε και θα μπορούσε να αναγνωρίσει, όπως εσφαλμένα ακούγεται. Διότι, επαναλαμβάνω, η αναγνώριση έθνους είναι περιορισμένη μόνο σε θέματα (εντός κράτους) προστασίας μειονοτήτων και η συγκεκριμένη συμφωνία αφορά μόνο κράτη και όχι έθνη.

Δεν θα προέβαινα σε αυτές τις δημόσιες διευκρινίσεις εάν, λόγω του δημόσιου διαλόγου συχνά φορτισμένου εξαιτίας έντονης πολιτικής αντιπαλότητας, δεν προκαλείτο σύγχυση και στους φοιτητές μας! Στους οποίους εξηγώ τις διαφορές αυτές με επιστημονική ψυχραιμία και με δεδομένο ότι το ζήτημα είναι διεθνώς επιστημονικά κοινότοπο.

Η πολιτική είναι εν μέρει και αντιπαράθεση (έχει και άλλα θετικά στοιχεία που λείπουν σήμερα, όπως όραμα, πρόταση, σχεδιασμό). Αλλά η πολιτική αντιπαράθεση πρέπει να στηρίζεται στην αλήθεια, όχι στη διαστρέβλωση, στην ψυχραιμία και όχι στο πάθος. Αυτό είναι θέμα δημοκρατίας και ένα λάθος στο οποίο υποπίπτουν σχεδόν όλοι ρίχνοντας νερό στον μύλο του λαϊκισμού, που μετασχηματίζεται, αποκτά ολοκληρωτικά και βίαια χαρακτηριστικά και δημιουργεί κίνδυνο για τη δημοκρατία ή έστω την ομαλή λειτουργία της. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάνε οι πολιτικοί μας την παιδαγωγική τους διάσταση και την εξαιτίας της απώλεια της λαϊκής εμπιστοσύνης με αποτέλεσμα την κατάληξη σε ολοκληρωτικές διχαστικές καταστάσεις που έχουν ως αφετηρία τους το ψέμα και το μίσος και καταλήγουν σε βία. Αυτή η παιδαγωγική του ψέματος και της έξαρσης οδηγούν την πλειονότητα του λαού σε ακραίες μη ορθολογικές αντιδράσεις και κρίσεις. Η παιδαγωγική της εξουσίας είναι μεγάλη ευθύνη των πολιτικών και δεν πρέπει να τη θυσιάζουν στον βωμό του αγώνα για την πρόσκαιρη εξουσία διεγείροντας και παρασύροντας τον λαό σε αδιέξοδα ψέματα, τα οποία φυσικά διαψεύδονται προκαλώντας αντιδράσεις και απώλεια λαϊκής εμπιστοσύνης.

Ας γίνει ένας ψύχραιμος διάλογος για το θέμα αυτό, μία πολιτισμένη αντιπαράθεση θεμιτή πολιτικά με βάση επιχειρήματα, όχι ανακρίβειες. Και κυρίως ένας λαός, ο λαός μας, ο οποίος έχει ακριβά πληρώσει ιστορικά και πολλές φορές τη διχόνοια, να μη χωριστεί σε προδότες και μη. Αυτοί που δεν είναι πατριώτες είναι όσοι καλλιεργούν έναν τέτοιο λόγο όχι αντιπαραθετικό αλλά διχαστικό. Γιατί πριν ασχοληθούμε με την ιστορία των άλλων, καλό είναι να θυμόμαστε τη δική μας. Πριν από τον αγώνα για την υπεράσπιση της ελληνικότητας της Ιστορίας μας, να την τιμούμε αποφεύγοντας λάθη που ιστορικά τα πλήρωσε ο λαός μας.


[1] Παπασιώπη - Πασιά, Δίκαιο ιθαγένειας 8η έκδοση, Σάκκουλας, 2011.

[2] Παπασιώπη - Πασιά, όπ.π.

[3] Βλέπετε στα συγγράμματα που δεσπόζουν: Dicey / Morris / Collins, Conflict of laws, & Cheshire and North, Private International Law, αλλά και πιο απλά κάποιος να κοιτάξει στην Wikipedia το λήμμα British nationality law ή την ονομασία του βρετανικού νόμου για την ιθαγένεια που επιγράφεται British Nationality Act 1981, καθώς και τους όρους που χρησιμοποιούν στην αγγλική εκδοχή τους όλες οι συμβάσεις της Διεθνούς Συνδιασκέψεως της Χάγης, οι οποίες είναι συμβάσεις πολυμερείς σε θέματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που εκπονήθηκαν από τη Συνδιάσκεψη της Χάγης και αρκετές εκ των οποίων χρησιμοποιούν τον όρο «ιθαγένεια».

[4] Βλέπετε το εγχειρίδιο του P. Lagarde, La nationalité française 4, Dalloz, Paris, 2011.

* Ο κ. Χάρης Π. Παμπούκης είναι καθηγητής ιδιωτικού διεθνούς δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών του ΕΚΠΑ – τέως υπουργός Επικρατείας.



http://www.kathimerini.gr/973752/article/epikairothta/politikh/apoyh-peri-i8ageneias-kai-e8nothtas-me-aformh-th-symfwnia-twn-prespwn?fbclid=IwAR1-56fED_XdHE1HKeyzzAzTRodpVdqBQDxbtFNvYv8cRmRiNDPLIofPc5w

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2018

Αποτελέσματα δημοψηφίσματος ΠΓΔΜ - Μια άλλη προσέγγιση


Πολλές απόψεις ακούγονται και γράφονται για το αποτέλεσμα του προχθεσινού δημοψηφίσματος στην ΠΓΔΜ.

Οι περισσότερες συγκλίνουν στο ότι το αποτέλεσμα ήταν ατυχές για τον πρωθυπουργό Ζάεφ και την κυβέρνησή του που επιθυμούσαν επικράτηση του ΝΑΙ και ταυτόχρονα συμμετοχή άνω του 50%.

Η άποψή μου είναι ότι ο Ζάεφ τα πήγε καλά στο δημοψήφισμα.
Δεν πέτυχε όλους τους στόχους του, δεν θριάμβευσε πετυχαίνοντας συμμετοχή μεγαλύτερη του 50% με ταυτόχρονη επικράτηση του ΝΑΙ, αλλά τα πήγε καλά και μπορεί να προχωρήσει στο επόμενο βήμα. Την αναθεώρηση του συντάγματος της ΠΓΔΜ δηλαδή, με βάση τη συμφωνία των Πρεσπών.

Από που συνάγω αυτό το συμπέρασμα;
Εξηγούμαι:
Στο Δημοψήφισμα ήταν εγγεγραμένοι στους εκλογικούς καταλόγους 1.806.336 ψηφοφόροι.
Ψήφισαν 666.734 (συμμετοχή 36,9%)
Άκυρα/Λευκά 19.221
Έγκυρα 647.513
ΝΑΙ 609.813 (94,2%)
ΟΧΙ 37.700 (5,8%)

Στις τελευταίες Βουλευτικές εκλογές το 2016 ήταν εγγεγραμένοι στους καταλόγους 1.784.416 και από αυτούς ψήφισαν οι 1.191.832. Η συμμετοχή είχε φτάσει δηλαδή στο 66,8%.

Αν το δημοψήφισμα είχε συμμετοχή, όχι απλά 50%, αλλά 66,8% όση και στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές (παρότι γενικά η συμμετοχή στα δημοψηφίσματα είναι μικρότερη), θα είχαν ψηφίσει 1.806.336 επί 66,8% = 1.206.473 ψηφοφόροι.
Δηλαδή 1.206.473 - 666.734 = 539.739 περισσότεροι από όσοι πήγαν στις κάλπες του δημοψηφίσματος στην πραγματικότητα.

Ακόμη κι αν όλοι αυτοί οι επιπλέον ψηφοφόροι ψήφιζαν μαζικά το ΟΧΙ (πράγμα πρακτικά απίθανο), τότε το ΟΧΙ θα συγκέντρωνε συνολικά 37.700 + 539.739 = 577.439 ψήφους.

Δεδομένου ότι το ΝΑΙ θα παρέμενε στις 609.813 ψήφους, τα ποσοστά σε αυτό το σενάριο θα διαμορφώνονταν ως εξής:
ΝΑΙ 
609.813 (51,4%)
ΟΧΙ 
577.439 (48,6%)

Συνεπώς μπορεί η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ να μην είδε να γίνεται πράξη το 50% συμμετοχής που επιθυμούσε, αλλά η ανάλυση του αποτελέσματος υπό αυτό το πρίσμα δείχνει πως η πλειοψηφία της κοινωνίας, έστω και οριακά, την στηρίζει σε αυτό το θέμα.

σχετικά links:


https://en.wikipedia.org/wiki/Macedonian_referendum,_2018

https://en.wikipedia.org/wiki/Macedonian_parliamentary_election,_2016

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Ο πραγματικός στόχος πίσω από την αφωνία του Κώστα Καραμανλή


του Γιώργου Παπαχρήστου
Στα όσα απίθανα συμβαίνουν στην ελληνική πολιτική σκηνή, αναμφίβολα, ξεχωριστή θέση κατέχει ένα πραγματικό «μετέωρο», που όμοιό του δύσκολα μπορεί να εντοπίσει κανείς, όσο κι αν το αναζητήσει στο βάθος των δεκαετιών της σύγχρονης πολιτικής μας ιστορίας. Ακαμπτο. Ακούνητο. Αμίλητο. Μια ασώματος κεφαλή. Ενα δικό μας Ράσμορ. Αυτό το «μετέωρο» έχει ονοματεπώνυμο: λέγεται Κωνσταντίνος Καραμανλής του Αλεξάνδρου, είναι 62 ετών και έχει διατελέσει πρωθυπουργός της χώρας για πέντε χρόνια, έξι μήνες και είκοσι επτά ημέρες. Περίοδο, ίσως, από τις δυστυχέστερες της χώρας στους περίπου δύο αιώνες της ύπαρξής της, αν κρίνει κανείς εκ του αποτελέσματος. Μια αντικειμενική αποτίμηση, απαλλαγμένη από τη μυθολογία με την οποία έχουν περιβάλει οι οπαδοί του αυτά τα πεντέμισι χρόνια διακυβέρνησης, θα καταλήξει στο ότι κατά τη διάρκεια αυτής της σχετικά βραχύβιας θητείας ο θαυμαστός κύριος Καραμανλής ως πρωθυπουργός επέτυχε:
– να οδηγήσει τη χώρα στα βράχια της χρεοκοπίας και να δραπετεύσει επιτηδείως, λίγο πριν από το ναυάγιο
– να αναγορεύσει το «ρουσφέτι» ως το απόλυτο μέσο προσέγγισης και εκμαυλισμού των ψηφοφόρων
– να καταργήσει κάθε είδους αξιοκρατία στον δημόσιο βίο
– να καταστήσει κολλητούς, κουμπάρους, συγγενείς και φίλους ως παράγοντες του δημόσιου βίου
– να ενταθεί και να διευρυνθεί η δράση της διαπλοκής σε τέτοιο βαθμό, ώστε αυτή να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στη χώρα
– να απαξιωθεί η πολιτική ως έννοια και οι πολιτικοί ως πρόσωπα
– να πληγούν καίρια οι θεσμοί της πολιτείας και ιδίως εκείνος της Δικαιοσύνης
– να υπονομευθεί η λειτουργία του Κοινοβουλίου και να καταστεί αυτό μέσο εξυπηρέτησης των κυβερνητικών και κομματικών επιδιώξεων, και εν τέλει
– να καταστήσει τη «ραστώνη», από τρόπο ζωής, επάγγελμα!

Για όλα αυτά, και κυρίως για το πρώτο εξ αυτών απέφυγε πεισματικά να δώσει την παραμικρή εξήγηση.
Δεν είπε λέξη όταν εξαιτίας του, λόγω του υπέρογκου δανεισμού, της αλόγιστης σπατάλης, της δράσης της διαπλοκής και των εκατοντάδων χιλιάδων διορισμών, η χώρα τέθηκε υπό τον έλεγχο των δανειστών και του διεθνούς παράγοντα.
Δεν αισθάνθηκε την ανάγκη για μια απολογιστικού χαρακτήρα συγγνώμη, βλέποντας και διαπιστώνοντας την καταστροφή της μεσαίας τάξης λόγω των Μνημονίων. Δεν αντέκρουσε, έστω με ένα αντεπιχείρημα, καμία από τις βαριές κατηγορίες που διατυπώθηκαν για τα όσα συνέβησαν επί των ημερών του και τα οποία είχαν τα γνωστά αποτελέσματα.

Παρακολουθεί απαθής επί εννέα χρόνια τώρα αυτό που συμβαίνει και συμπεριφέρεται ωσάν να μην τον αφορά τίποτα εξ όσων μεσολάβησαν. Οχυρωμένος πίσω από την ιδιότυπη ασυλία που δημιούργησαν γι" αυτόν τόσο η κυβέρνηση Σαμαρά όσο και η κυβέρνηση Τσίπρα, απολαμβάνει όσα προνόμια του παρέχει η ιδιότητα του πρώην πρωθυπουργού και εκ παραλλήλου αυτάρεσκα υποδέχεται όσα κάνουν οι άνθρωποί του εις βάρος του κόμματος του οποίου ηγήθηκε και εξακολουθεί να αποτελεί μέλος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.
Ως επικεφαλής φύσει και θέσει ενός ρεύματος με θολά ιδεολογικοπολιτικά χαρακτηριστικά, εντός της Νέας Δημοκρατίας, αποδέχεται συμπεριφορές και πρακτικές ανθρώπων που ομνύουν στο όνομά του, αλλά αποφεύγει συστηματικά να τις αποθαρρύνει ή να τις αποτρέψει. Ακούει τον υπουργό Αμυνας της κυβέρνησης Τσίπρα να επιτίθεται κάθε τόσο (ακόμη και χθες στη ΔΕΘ) στη ΝΔ και τον πρόεδρό της δηλώνοντας ταυτόχρονα «καραμανλικός», αλλά σιωπά, αντί να τον αποδοκιμάσει. Παρακολουθεί τη βουλευτή κυρία Παπακώστα να εισέρχεται στην κυβέρνηση ως «καραμανλική», αλλά δεν κάνει το αυτονόητο – να διαχωρίσει τη θέση του. Βλέπει τον άλλοτε εκπρόσωπο Τύπου του Βαγγέλη Αντώναρο να συνδιαλέγεται με την κυβέρνηση και να πλαγιοκοπεί τη ΝΔ ως «καραμανλικός», αλλά το ελάχιστο που οφείλει να κάνει, να τον αποκηρύξει επωνύμως και ευθαρσώς, δεν το κάνει.

Η τελευταία φορά που τον ακούσαμε να μιλάει ήταν τη νύχτα της 4ης Οκτωβρίου 2009 στο Ζάππειο, όταν ως ηττημένος των εκλογών δήλωνε, μεταξύ άλλων:
«Θα παραμείνω στην πρώτη γραμμή, θα στηρίξω τις αποφάσεις που θα ληφθούν, αλλά δεν θα είμαι υποψήφιος (για πρόεδρος του κόμματος). Θα παραμείνω στην πρώτη γραμμή των αγώνων για το εθνικό συμφέρον».
Αλλά εννέα χρόνια έκτοτε, η μόνη πρώτη γραμμή που επιλέγει είναι αυτή στο τέλος της αίθουσας όπου συνεδριάζει το Κοινοβούλιο – κι αυτό, όποτε παρίσταται. Και η μόνη του συμμετοχή στις εργασίες της Βουλής, όλα αυτά τα χρόνια, είναι χαιρετούρες με βουλευτές και καλαμπούρια με διάφορους «χιουμορίστες» που, όπως και τότε που κυβερνούσε, έτσι και τώρα, έχουν αναλάβει τον ρόλο του γελωτοποιού του βασιλιά. Στα ουσιαστικά, τα σοβαρά, τα πραγματικά εθνικά προβλήματα, είναι εντυπωσιακά, και σταθερά, απών.

Η συμφωνία των Πρεσπών, προνομιακό πεδίο γι" αυτόν ώστε – επιτέλους! – να μιλήσει και να επικρίνει έστω για μία φορά την κυβέρνηση Τσίπρα, σχολιάστηκε από το γραφείο του, με τα χίλια ζόρια, με ένα κείμενο τόσο αλληγορικό και μπερδεμένο, ώστε να μην καταλαβαίνει κανείς τι θέλει να πει ο ποιητής:
«Η ομιλία της κυρίας Μπακογιάννη αποτυπώνει με ακρίβεια το πλαίσιο της πολιτικής της τότε κυβέρνησης για το θέμα των Σκοπίων, με κατάληξη το Βουκουρέστι, όπως και τις ουσιώδεις διαφορές της από την πολιτική και την τακτική της σημερινής κυβέρνησης».
Αφού υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές, γιατί δεν πήρε τον λόγο να τις επισημάνει, κατά τις τόσες συζητήσεις που έγιναν στη Βουλή; Δύο εκδοχές υπάρχουν: ή δεν ήθελε να τα «σπάσει» με τον Πρωθυπουργό Τσίπρα, με τον οποίο γύρευε τι συμφωνίες ασυλίας έχει συνάψει, ή ούτε ο ίδιος πίστεψε ποτέ στην «επιτυχία» τού Βουκουρεστίου, την οποία επικαλούνται με τόση ένταση οι οπαδοί του. Αλλη εξήγηση δεν υπάρχει.

Ο μύθος που τον περιβάλλει είναι ότι «παρακολουθεί, αποτιμά και κρίνει». Τι παρακολουθεί; Και για ποιον αποτιμά; Και σε ποιον μεταδίδει αυτές τις σοφείς αποτιμήσεις του; Αγνωστο. Η ουσία είναι ότι εξαιτίας αυτής της πραγματικά απίθανης στάσης επιβιώνουν πολιτικά διάφοροι που αυτοαναγορεύονται σε κήρυκες της αλήθειας του: ο βουλευτής Υπολοίπου Αττικής Βλάχος, ας πούμε. Μιλάει ο Βλάχος, και τα μέσα ενημέρωσης σπεύδουν να διευκρινίσουν ότι «εκφράζει τις απόψεις Καραμανλή». Ποιες απόψεις; Αυτές που καθαγιάζουν τον Καραμανλή και τα πεντέμισι καταστροφικά χρόνια της διακυβέρνησής του.

Τα πρώτα χρόνια της αφωνίας του, όλοι εκτιμούσαν ότι αυτό είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας του να αρθρώσει έστω και μία σοβαρή εξήγηση για το πώς οδηγήθηκε επί των ημερών του η χώρα στη χρεοκοπία. Τώρα, όμως, είναι προφανές ότι ο «άφωνος» Καραμανλής στοχεύει στον καθολικό εξαγνισμό του μέσα από την προεδρική εκλογή του 2020. Με δεδομένο τον ΣΥΡΙΖΑ, που όχι μόνο δεν αντιπολιτεύεται αλλά συνεργάζεται εμμέσως μαζί του, και με πιο δεδομένο τον Κυριάκο Μητσοτάκη που έχει δεμένα τα χέρια, λογικό είναι να πιστεύει ότι διά περιπάτου θα είναι ο επόμενος πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Γιατί όχι άλλωστε; Στην Ελλάδα όλα μπορεί να συμβούν. Ακόμη και αυτό. Θα είναι ένα απτό δείγμα της επιτυχίας του να καταστήσει την αναξιοκρατία και την τεμπελιά ως το απόλυτο προσόν για οτιδήποτε…


http://www.tanea.gr/print/2018/09/12/opinions/politikes-apopseis/stigma-9/

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018

«Να ηττηθούν οι ιδέες και οι πρακτικές της συντήρησης»



του Γιώργου Παπανδρέου

3 Σεπτέμβρη 1974 - 3 Σεπτέμβρη 2018. 44 χρόνια, γόνιμα χρόνια. Με πολύ σημαντικές κατακτήσεις. Με μια Ελλάδα που βρέθηκε στις 25 πλουσιότερες χώρες του κόσμου. Στον πυρήνα της Ευρώπης.

Με λάθη, παραλείψεις, πισωγυρίσματα, ακόμη και επιλογές που πλήγωσαν τον Ελληνικό λαό ή ναρκοθέτησαν τη Δημοκρατία. Οι ευθύνες είναι σίγουρα του πολιτικού συστήματος, μερίδιο όμως αναλογεί και στους πολίτες.

Η αλήθεια πληγώνει, αλλά και απελευθερώνει. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει μέλλον.
Είναι υποχρέωση όλων, η νηφάλια συζήτηση για αυτήν την πρώτη μετά τον πόλεμο ειρηνική, δημοκρατική και εποικοδομητική περίοδο. Όπως και η ψύχραιμη προσέγγιση, όλων των επιμέρους κεφαλαίων της, αν επιθυμούμε, να πορευτούμε στο μέλλον όπως αξίζει στους Έλληνες και όχι όπως βολεύει ορισμένους.

Ο καθένας έχει την διαδρομή του και κρίνεται για αυτήν. Κανείς δεν μπορεί να φέρει την ιστορία στα μέτρα του, αλλά είναι υποχρεωμένος να δώσει τη δική του ερμηνεία.
3 Σεπτέμβρη 1974. Η χούντα έχει πέσει υπό το βάρος των εγκλημάτων της και δυστυχώς, την προδοσία και την κατοχή της Κύπρου. 

Ορατές οι συνέπειες από το δράμα του Εμφυλίου και την αυταρχική διακυβέρνηση της δεξιάς, όπως και της εξωτερικής εξάρτησης. Ο Ελληνικός λαός έχει θρηνήσει νεκρούς, έχει βιώσει το μίσος και το διχασμό, αλλά έχει ζήσει και μια χαμένη άνοιξη, στις αρχές της δεκαετίας του ‘60. Μια άνοιξη, που λοιδορήθηκε και πολεμήθηκε λυσσαλέα.
Ζητά το αυτονόητο. Ελευθερία και Δημοκρατία. Ζητά τη ζωή του πίσω. Και προσπαθεί να αφήσει πίσω του το διχασμό.

Η συντηρητική παράταξη συσπειρώνεται γύρω από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, που αφού προδικτατορικά συνέβαλε στη άνθιση του παρακράτους έχει επιστρέψει από το Παρίσι διατεθειμένος να δρομολογήσει μια βιώσιμη, ευρωπαϊκή πορεία για τη χώρα. Όμως, δεν μπορεί να κάνει τις απαραίτητες τομές για να κλείσει τις πληγές του παρελθόντος - παρά τις αυτονόητες κινήσεις, όπως αυτή που έβαλε τέλος στην «απαγόρευση» του ΚΚΕ.
Ο Ελληνικός λαός, από την πρώτη στιγμή, επιλέγει πολιτική σταθερότητα, αλλά δεν αφίσταται του οράματος να δει την πατρίδα να αλλάζει οριστικά ρότα.

Έτσι, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, επιλέγει να αγωνιστεί για την ανατροπή ενός πολιτικοοικονομικού συστήματος που μεριμνά μόνο για το δικό του όφελος, για τα δικά του συμφέροντα, ξεκινώντας από το ίδιο το κόμμα που ίδρυσε, συγκεντρώνει γύρω του, το πιο δημιουργικό και παρεμβατικό ανθρώπινο υλικό που διαθέτει η χώρα.
Στο πρόσωπό του και στη διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη, βλέπει να ανοίγει ο δρόμος για τη δική του έκφραση, συμμετοχή, κυριαρχία.
Βλέπει πλέον καθαρά, ότι ο στόχος και ο δρόμος είναι ένας: ΑΛΛΑΓΗ.

Ο Ανδρέας, πηγαίνει ακόμη πιο ‘κει. Λέει, ναι σε μια άλλη Ευρώπη.
Οραματίζεται μια Ελλάδα που ανήκει στους Έλληνες, σε μια Ευρώπη που ανήκει στους πολίτες της.

Πείθει - και δικαιώνεται, ότι το μεγάλο τμήμα του Ελληνικού λαού που ήταν τόσα χρόνια στο περιθώριο, μπορεί να κυβερνήσει. Ο ίδιος και το Κίνημα που δημιούργησε μαζί με άλλους αγωνιστές, γίνεται λαϊκό κίνημα, συμ-παράταξη ευρύτατων πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων. 

Το τετράπτυχο που συμπυκνώνει το στρατηγικό στόχο, γίνεται ο οδηγός της πορείας.
Εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, κοινωνική απελευθέρωση, δημοκρατικές διαδικασίες.

Ο ίδιος ο Ανδρέας, θα γυρίσει την Ελλάδα συζητώντας στις λαϊκές συνελεύσεις.
Επικρατεί ένας άνεμος δημιουργίας και αλλαγής.
Η Ελλάδα, αποκτά φωνή, ασκεί πολυεπίπεδη εξωστρεφή εξωτερική πολιτική, διεκδικεί και κερδίζει. Μέρα με τη μέρα, οικοδομείται μια νέα πραγματικότητα.
Μια Ελλάδα δυναμικών, μορφωμένων νέων, αλλά μέχρι τότε στο περιθώριο της πολιτικής, βρίσκει φωνή και συμμετοχή.

Ο πολίτης αντί να εξαρτάται από το κάθε είδους «μέσο» στο πελατειακό σύστημα, οργανώνεται για να κατακτήσει δικαιώματα για όλους, αντί προνομίων που εξαρτώνται από την σχέση του με την εξουσία.
Έτσι εμπεδώνεται μια πρωτόγνωρη και πλατιά λαϊκή συμμαχία.
Η Ελληνική κοινωνία, αρχίζει να αισθάνεται αξιοπρέπεια και αυτοπεποίθηση.
Η αλλαγή είναι ριζική. 
Παιδεία και υγεία για όλους.
Οι γυναίκες αποκτούν φωνή.
Το οικογενειακό δίκαιο αναμορφώνεται ριζοσπαστικά.
Η Αυτοδιοίκηση αποκτά πιο ουσιαστικό ρόλο.
Ο Νομάρχης, πλέον, εκλέγεται.
Ο συνδικαλισμός, έχει ρόλο.
Οι συλλογικές συμβάσεις εμπεδώνονται.
Μαζί, εμπεδώνεται ένα αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης. Η ξεχασμένη Ελλάδα, μπαίνει στο κάδρο. Η κοινωνική συνοχή, επιτρέπει μια πορεία γόνιμη και δημιουργική.
Η συντήρηση, που κατανοεί ότι χάνει το τρένο, αρχίζει μεθοδικά να πριονίζει το δέντρο που έχει μπολιαστεί με μια νέα δύναμη.
Αξιοποιεί, ό,τι δεν έχει προλάβει να αλλάξει. 

Και ο Ανδρέας κατανοεί, ότι ο ίδιος, όπως και ο Γεώργιος, είναι ο στόχος ενός κατεστημένου που δεν συγχωρεί. Αν δεν έχεις φροντίσει να κόψεις το κλαδί που το τροφοδοτεί.
Γιατί, ενώ άλλαξαν τόσα, δεν κόπηκε ο ομφάλιος λώρος με τον παρασιτισμό και τον πελατειασμό. 

Οι παλιές συνήθειες μιας πελατειακής Ελλάδας της δεξιάς, δυστυχώς, προσβάλλουν και το νέο κίνημα, το ΠΑΣΟΚ.

Οι προδοσίες πολλές - και από μέσα.
Θυμάμαι, πόσες φορές ο Ανδρέας βρέθηκε απέναντι σε αρκετούς από αυτούς που δεν ξεχνούν να τον αποθεώνουν.

Ο ίδιος γνώριζε. Λυπόταν που ήταν υποχρεωμένος να διαχειρίζεται δευτερεύουσες αντιπαραθέσεις. Όπως και ο πατέρας του Γεώργιος, ο «βελούδινος» πολιτικός, όπως τον χαρακτήρισε, που έχανε το χρόνο του στις αντιπαραθέσεις μεταξύ των παραγόντων της Ένωσης Κέντρου.

Ο Ανδρέας και το ΠΑΣΟΚ, έγραψαν ιστορία. Την ιστορία του τόπου από τη Μεταπολίτευση και μετά. Άλλαξαν τη μοίρα του τόπου. Έγραψαν γραμμή - γραμμή το κεφάλαιο μιας ολόκληρης εποχής. Δεν μπορέσαμε όμως να σπάσουμε τότε το σύστημα που συντηρεί αντιλήψεις, νοοτροπίες και συμπεριφορές, συντηρητικές, πελατειακές.
Ένα σύστημα, που διαβρώνει τα πολιτικά χρώματα, ξεθωριάζοντας τα σύνορα μεταξύ πολιτικών δυνάμεων. Σύστημα που αλώνει τα πάντα. Κράτος, διοίκηση, αυτοδιοίκηση, θεσμούς, δικαιοσύνη. Με συμφωνίες κάτω από το τραπέζι, πίσω από κλειστές πόρτες. Τρανό παράδειγμα και η σημερινή συμμαχία των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά, τα γεγονότα δείχνουν ότι ο αγώνας δεν έχει τελειώσει.
Για αυτοδιάθεση, ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, ισονομία, διαφάνεια, λογοδοσία.
Πως μπορούμε να παραιτηθούμε από το αίτημα της ουσιαστικής συμμετοχής του πολίτη στις αποφάσεις; Είναι μύθος, ότι οι πολίτες απεύχονται τις αλλαγές. Αισθάνονται εγκλωβισμένοι αλλά δεν στηρίζουν αυτήν την πολιτική πρακτική και κουλτούρα. Αρκεί να τους δοθεί φωνή. Υποχρέωσή μας να δείξουμε ότι κατανοούμε τη σημερινή πραγματικότητα, να ανοίξουμε ειλικρινή συζήτηση για όλα τα «πονεμένα» κεφάλαια της νεότερης ιστορίας μας, και οπωσδήποτε, να σπάσουμε τους μύθους που συστηματικά καλλιεργήθηκαν για να υπονομεύσουν την αυτοπεποίθηση του Έλληνα, ότι μπορούν να γίνουν αλλαγές βαθιές.

Η διεθνής συγκυρία έχει αλλάξει πολύ από τις 3 Σεπτεμβρίου 1974. Το σύνθημα «Η Ελλάδα στους Έλληνες», ισχύει απολύτως, αλλά έχει αλλάξει το περιεχόμενό του.
Είμαστε έτοιμοι ως Ελληνισμός να αναμετρηθούμε με τα κακώς κείμενα;
Είμαστε εμείς, έτοιμοι να αναλάβουμε τις δικές μας ευθύνες, συλλογικά, αντί να ψάχνουμε για εξιλαστήρια θύματα και για εχθρούς ή σωτήρες από το εξωτερικό;
Είμαστε έτοιμοι να σπάσουμε μέσα μας αυτές τις εύκολες λογικές που αποτελούν την πηγή της εξάρτησης; Αυτές που μας ακινητοποιούν, που μας οδηγούν στην παραίτηση;
Είμαστε έτοιμοι, εντέλει, να σπάσουμε τα δεσμά του ιδιότυπου πελατειακού καπιταλισμού που βιώνουν οι Έλληνες;

Τα τελευταία χρόνια υπήρξαν παρατάξεις που δεν είχαν την βούληση να αναμετρηθούν με αυτό το σύστημα. Και αντί να ενώσουν το λαό, κατέφυγαν στην εύκολη και βολική λύση του «κακού αντίπαλου».

Και μάλιστα, την ώρα που δίναμε μια διπλή μάχη. Από τη μια να αποφύγει η χώρα μια εθνική καταστροφή, και από την άλλη, να συνεχίσουμε τις αλλαγές εκείνες που θα διασφάλιζαν την οριστική έξοδο από την κρίση.

Αυτή η δεύτερη επιλογή μας, ήταν που «πονούσε» περισσότερο. Γιατί; Γιατί έβλεπαν ότι μπορεί να μπει ένα τέλος στο σύστημα από το οποίο αντλούσαν τη δύναμή τους.
Έτσι φτάσαμε πάλι στο μίσος και το διχασμό. Γιατί, κάποιοι, όπως η Παράταξή μας, βάλανε μπροστά τη χώρα, και κάποιοι άλλοι, επέλεξαν να οικοδομήσουν καριέρες και κυβερνητικές πλειοψηφίες πάνω στις στάχτες, αλλά και τις θυσίες και τους κόπους των Ελλήνων.
Και έχουμε χρέος, αυτό το γεγονός να γίνει κοινή πεποίθηση των Ελλήνων.
Γιατί, μια άλλη αλήθεια είναι ότι, μέρος της Παράταξής μας, ευθύνεται και γιατί επέτρεψε να θολώσει η ιστορία μας και γιατί έδωσε άλλοθι σε όσους πραγματικά έχουν την ευθύνη της κρίσης, να γίνουν τιμητές.

3 Σεπτέμβρη 2018 - η σημερινή, δική μας αλήθεια.
Οι προοδευτικές δυνάμεις σήμερα, οφείλουν να προχωρήσουν την Αλλαγή και να αναμετρηθούν με το τέρας του πελατειασμού. Που μας κρατά πολιτικά, οικονομικά, ψυχολογικά εξαρτημένους. Όποιο χρώμα, και όποια πολιτική ταμπέλα και αν φέρει.
Οτιδήποτε άλλο, είναι κατώτερο των περιστάσεων. 

Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο ότι στην πολύ κρίσιμη φάση που βρισκόμαστε η χώρα έχει απόλυτη ανάγκη από εθνική συνεννόηση. Εθνική συνεννόηση όμως, δεν σημαίνει κατάργηση των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Το αντίθετο. Γιατί, μόνον έτσι μπορεί να υπάρξουν αξιόπιστες και χρήσιμες για τη χώρα προγραμματικές συμφωνίες. Στρατηγικός μας αντίπαλος δεν μπορεί να είναι άλλος από τη δεξιά και τη συντήρηση.

Όσο για την ΕΕ, η συντηρητική Ευρώπη έχει και αυτή μεγάλες ευθύνες. Πως διαχειρίστηκε την κρίση του 2008, της ευρωζώνης το 2010, των προσφύγων;
Η προώθηση της δημοκρατικής συμμετοχής, της λογοδοσίας, της καταπολέμησης των ανισοτήτων, της υπεράσπισης των κοινωνικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων, της οικοδόμησης μιας διαφορετικής Ευρώπης, πρέπει να γίνει πραγματικότητα. 

Δεν μπορεί όμως, αν δεν δημιουργηθεί μια πλατιά συμμαχία των προοδευτικών πολιτών.
Η συμμαχία αυτή, αφορά τους πολίτες, τις κινήσεις, τις πρωτοβουλίες. Όχι τις λεγόμενες «αριστερές» ηγεσίες. 

Ο εναγκαλισμός με ακροδεξίες δυνάμεις, η υιοθέτηση ενός απολίτικου τακτικισμού και η ενεργός στήριξη της πελατειακής λογικής, ακυρώνουν την επιδίωξη της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, η σύγκληση των προοδευτικών δυνάμεων να επιτευχθεί στο δικό της γήπεδο.
Για αυτό σήμερα, το μεγάλο στοίχημα, είναι οι ενεργοί πολίτες να πάρουν στα χέρια τους την υπόθεση της προοδευτικής αλλαγής.

Οι προοδευτικοί πολίτες είναι πολλοί. Βρίσκονται σε πολλά μετερίζια. Και αυτές οι δυνάμεις, μαζί με τις δικές μας δυνάμεις, έχουν και την ευθύνη να δώσουν τις επωφελείς για τη χώρα και το χώρο διεξόδους. Κανείς δεν περισσεύει. Υπάρχουν πολίτες, στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς και του κέντρου, που αναγνωρίζουν την ανάγκη μιας «τομής». Αλλά εμείς έχουμε καθήκον να οριοθετήσουμε πολιτικά, το πρόσημο του εγχειρήματος της ΑΛΛΑΓΗΣ. Και έχουμε καθήκον όλοι να συσπειρωθούμε σε αυτήν τη νέα προσπάθεια.

Δεν έχουμε ανάγκη από ηττημένα κόμματα και πολίτες. Είναι όμως εθνική ανάγκη να ηττηθούν οι ιδέες και οι πρακτικές της συντήρησης. Και ο διάλογος να γίνει από μια υγιή βάση. 

Ο καθένας, ας αναλάβει τις ευθύνες του.
Χρειάζεται αλλαγή της χώρας για την οριστική έξοδο από την κρίση.
Αλλαγή δομική. ΑΛΛΑΓΗ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ. 

Και εδώ, δεν χωρούν φοβίες, δεύτερες σκέψεις, σκοπιμότητες, μικροπολιτικές, μικροκομματικές και προσωπικές επιδιώξεις και στοχεύσεις.
Δεν υπάρχει η πολυτέλεια για κάτι τέτοιο. 

Παίρνοντας μαθήματα από όσα έγιναν από το 1974 μέχρι σήμερα, οφείλουμε να αλλάξουμε, για να αλλάξουμε τη χώρα. Είναι κρίμα να βουλιάξουμε όλοι μαζί στο βάλτο του πελατειασμού.
Έτσι θα τιμήσουμε την αγωνιστικότητα, το όραμα που ενέπνευσε την 3η Σεπτέμβρη του 1974.

Ας αφήσουμε τις στομφώδεις διακηρύξεις στους αποτυχημένους αντιγραφείς και σε όσους έχουν μάθει να πωλούν ιστορία, αντί να γράφουν τη δική τους. Αυτούς πληρώνουμε και θα πληρώνουμε ακριβά, αν δεν φέρουμε σε πέρας το έργο της ΑΛΛΑΓΗΣ της χώρας.

Μια Ελλάδα, απαλλαγμένη από μεσσίες, σωτήρες και «κλεπταποδόχους» του πλούτου της και του μέλλοντός της.

Να χτίσουμε ακόμα πιο δυναμικά μια Ελλάδα πολιτών που αισθάνονται ίσοι, συμμέτοχοι, ασφαλείς, δημιουργικοί, ελεύθεροι και με θετική προοπτική για την προσωπική τους αλλά και τη συλλογική μας ζωή.

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

Οι αντιΣΥΡΙΖΑ φίλοι μου


της Αγγελικής Σπανού


Μιλάω όλο και πιο συχνά με προοδευτικούς ανθρώπους αποφασισμένους να ψηφίσουν ΝΔ στις επόμενες εκλογές. Για τους περισσότερους θα είναι η πρώτη φορά που θα το κάνουν και που το έχουν σκεφτεί. Δεν θέλουν να ξέρουν λεπτομέρειες για το γίγνεσθαι στην αξιωματική αντιπολίτευση, αποφεύγουν συζητήσεις για συγκεκριμένα πρόσωπα με ακροδεξιές αναφορές, δεν τους αρέσουν τα πολλά-πολλά για το μακεδονικό και δεν προβληματίζονται για το ενδεχόμενο ηγεμονίας των ιδεών της Δεξιάς.

Ο ένας μου λέει ότι δεν τον νοιάζει παρά μόνο «να φύγουν αυτοί». Ο άλλος ότι θα ψηφίσει τον πιο απειλητικό αντίπαλο του Τσίπρα και αυτός είναι ο Μητσοτάκης. Ο τρίτος αποενοχοποιείται με το επιχείρημα ότι «μια φορά δεν πειράζει», αν είναι να βρεθούμε στην κανονικότητα. Υπάρχουν κι αυτοί που δεν έχουν κανέναν δισταγμό, θεωρούν εξαιρετική επιλογή την ΝΔ στη βάση της σύγκρισης με την κυβέρνηση.

Αυτοί που θα ψηφίσουν ΝΔ για πρώτη φορά στη ζωή τους είναι συνήθως πιο αγριεμένοι από τους «κανονικούς» δεξιούς που έχουν ιδεολογική ή συναισθηματική σύνδεση με αυτόν τον πολιτικό χώρο. Η έντασή τους ερμηνεύεται εύκολα: Μισούν τον ΣΥΡΙΖΑ (και) γιατί τους υποχρεώνει να κάνουν μια πολιτική επιλογή ξένη προς τον εαυτό τους και ασύμβατη με τις αρχές και τις αξίες τους.

Ήταν μετριοπαθείς αλλά τώρα απολαμβάνουν τις ακρότητες στο διαδίκτυο. Ήταν χαμηλών τόνων αλλά τώρα θέλουν δικαστήρια και τιμωρία. Υποστήριζαν τον εκσυγχρονισμό αλλά τώρα θα βολευτούν και με τον αναχρονισμό αρκεί να απαλλαγούν από τη σημερινή κυβέρνηση. Ζητούσαν ανανέωση αλλά τώρα τους πάει το παλιό γιατί δεν αντέχουν την ιδέα του ρίσκου και του πειραματισμού. Δεν τους αρέσει ο Σαμαράς αλλά τον προτιμούν από τον Σκουρλέτη. Τους είναι ξένος ο Βορίδης αλλά καλύτερα θα τα έκανε από τον Τόσκα. Αντιλαμβάνονται ότι είναι πρόβλημα η αντιπροεδρία Άδωνι αλλά κομμάτια να γίνει αν πρόκειται να μας απαλλάξει από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι κοινωνικό φαινόμενο. Τόσοι προοδευτικοί πολίτες συσπειρωμένοι στο συντηρητικό κόμμα, όχι γιατί είναι με αυτούς αλλά γιατί στέκονται απέναντι στους άλλους. Μια αποϊδεολογικοποιημένη ψήφος της ανάγκης που δεν κρύβει ούτε ελπίδα ούτε φόβο, κρύβει θυμό, ακόμη και απόγνωση.

Οι αντιΣΥΡΙΖΑ φίλοι μου δεν θα επηρεαστούν ούτε από τυχόν αποκαλύψεις για σκάνδαλα ούτε από το ακόμη εντονότερο κλίμα πόλωσης που θα καλλιεργήσει η κυβέρνηση στο δρόμο προς τις κάλπες. Τίποτα δεν πρόκειται να τους αλλάξει γνώμη. Περιμένουν τη στιγμή που θα εκφραστούν με την ψήφο τους και αγωνιούν μήπως αργήσει πολύ. Θα προτιμούσαν να ξεμπερδεύουμε το φθινόπωρο αλλά καταλαβαίνουν πως ένα τέτοιο σενάριο δεν είναι ρεαλιστικό. Καγχάζουν αν τους πεις για τη δυνατότητα επιλογής του Κινήματος Αλλαγής, όχι γιατί δεν θέλουν να βρεθούν στο ίδιο χαράκωμα με τον Στ. Παναγούλη και τον Κ. Χαρδαβέλα αλλά γιατί τους φαίνεται πολύ μεσοβέζικη λύση, χλιαρή, θέλουν πόλεμο και θρίαμβο με συντριβή του αντιπάλου. Κάτι που τους απασχολεί πολύ είναι να μην ξαναβρούν μπροστά τους τον Τσίπρα. Να μην είναι ένας στιβαρός αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης που μπορεί κάποια στιγμή να επανέλθει στο Μέγαρο Μαξίμου αλλά ένας τελειωμένος πολιτικός αρχηγός που θα βλέπει την εξουσία με το κιάλι και δεν θα μπορεί να κυκλοφορήσει πουθενά.

Οι αντιΣΥΡΙΖΑ φίλοι μου είναι εξοργισμένοι με τους «ισαποστάκηδες», που κάνουν κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά βλέπουν και τα στραβά της ΝΔ. Δεν είναι ώρα τώρα, σου λέει, για αντικειμενικότητα και ακρίβεια στην ανάλυση, τώρα δίνουμε τη μάχη, μονομέτωπο αγώνα, και μετά βλέπουμε. Αν τους πεις πως κάνει καλό στον Κυρ. Μητσοτάκη η ανάδειξη των παθογενειών του κόμματός του γιατί τον βοηθά να τις υπερβεί, δεν το ακούν. Τίποτα δεν ακούν πέρα από αντικυβερνητικά συνθήματα, επιχειρήματα και κλισέ. Ανησυχούν ότι θα υπάρξει παροξυσμός πριν την πτώση και ότι το «καθεστώς» θα παίξει τα ρέστα του πριν εγκαταλείψει την εξουσία και γι’ αυτό δεν ανέχονται συζητήσεις για τις αδυναμίες των άλλων.

Κατά τα άλλα, ποια Κεντροαριστερά; Την αντιμετωπίζουν σαν άνοστη πολιτική σούπα, σαν περιττή πολυτέλεια και κάποιες φορές σαν ύποπτη για δυνητικό διάλογο με τους εθνικολαϊκιστές του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί οι άλλοι της ΝΔ δεν ενοχλούν αν πρόκειται με αυτό τον τρόπο να πετύχουν μεγάλη εκλογική νίκη, όσο πιο μεγάλη γίνεται.

Οι αντιΣΥΡΙΖΑ φίλοι μου θέλουν να κοιμηθούν το βράδυ και να ξυπνήσουν το πρωί με πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη. Να πάρουν βαθιά ανάσα και να κάνουν ένα μακροβούτι για να δουν βγαίνοντας από το νερό έναν κόσμο χωρίς ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Μιλούν κυρίως μεταξύ τους και αποφεύγουν όσους δεν σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο, ακόμη και αν αγαπιούνται. Γιατί κουβέντα στην κουβέντα μπορεί να γίνουν καταστροφές στις σχέσεις. Ακόμη και έρωτες χαλάνε. Τι κρίμα…

http://www.athensvoice.gr/politics/467743_oi-antisyriza-filoi-moy