Πάμε!

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Athens Voice - Edito 406





Eίναι κάτι ξύπνιοι που λένε, πάνε χαμένες οι θυσίες του ελληνικού λαού. Είναι οι ίδιοι ξύπνιοι που λένε τα νούμερα δεν βγαίνουν, η συνταγή είναι λάθος. Αυτοί όλοι προσπαθούν να σβήσουν την πραγματικότητα, να μας κάνουν να ξεχάσουμε την ιστορία. Να ξεχάσουμε την τραγική τριετία 2007-2009, όταν το πρωτογενές έλλειμμα του δημοσίου έφτασε τα 24 δις το χρόνο. Τότε δεν ξέραμε τι σημαίνουν τα νούμερα, τώρα όμως που έχουμε καταλάβει τι κόπο, τι θυσίες και τι αίμα αντιπροσωπεύουν τα δις, πόσο δύσκολο είναι να περικοπούν 11,5 δις τα επόμενα 2 χρόνια, τώρα ξέρουμε τι παραλογισμός ήταν το ελληνικό δημόσιο να καταναλώνει 24 δις παραπάνω από όσα είχε κάθε χρόνο, να δανείζεται 24 δις κάθε χρόνο.

Αυτό που αποσιωπούν οι ξύπνιοι είναι ότι ο υπόλοιπος πλανήτης έπαψε να μας δανείζει. Θέλουν να κρύψουν ότι αυτά τα 24 δις, μέσα σε λίγα χρόνια, με οποιονδήποτε τρόπο, έπρεπε να τα εξοικονομήσουμε. Γιατί κανείς πια δεν μας τα δάνειζε. Αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη απάτη της αντιμνημονιακής ρητορικής. Όλα τα κόμματα που συμμετείχαν στις κυβερνήσεις και όλα τα υπόλοιπα που αντιπολιτεύονταν, αυτή τη σκληρή πραγματικότητα προσπαθούσαν να κρύψουν. Αντιστέκονταν, δέχονταν πιέσεις, όρθωναν το παράστημά τους στις τρόικες, διαπραγματεύονταν, απέρριπταν, καταργούσαν, για να μην πουν την αλήθεια: Δανεικά τέλος. Κάτι πρέπει να κοπεί. Το τι ήταν το ερώτημα.

Σκέψου μόνο για ένα λεπτό πόσο διαφορετική θα ήταν η ιστορία των τελευταίων χρόνων, αν το πολιτικό σύστημα έκανε αυτή την παραδοχή, αν έλεγε την αλήθεια. Αν έλεγαν δηλαδή, ναι, τέρμα τα δανεικά, πρέπει να περικοπούν 24 δις το χρόνο και ο καθένας λέει την πρότασή του, λέει από πού θα γίνουν οι περικοπές. Εκεί αμέσως θα ξεχώριζαν οι δίκαιοι από τους άδικους, απ’ αυτούς που προσπαθούν να κρατήσουν ανέγγιχτο το χρεοκοπημένο σύστημα της διαφθοράς και της σπατάλης. Αυτό, σύσσωμο το πολιτικό σύστημα που εκπροσωπεί το κατεστημένο, το αποσιώπησε με μαεστρία. Οι Συντηρητικοί «αντιστέκονταν στις επιταγές της τρόικας» και οι Πολύ Συντηρητικοί ήθελαν ακόμα μεγαλύτερη αντίσταση: να μη μειωθεί κανένα έλλειμμα, να μη θιγεί ο δημόσιος τομέας της σπατάλης και της διαφθοράς καθόλου.

Ποιοι ήταν αυτοί που δεν ήθελαν μειώσεις, που αμφισβητούσαν την πραγματικότητα; Αυτοί που δεν ήθελαν να χάσουν οι ίδιοι τίποτα. Την πραγματικότητα όλοι την ήξεραν. Οι μειώσεις ήταν αναπόφευκτες. Γιατί απλώς δεν μας δάνειζαν πια. Το παιχνίδι ήταν εις βάρος ποιων θα γίνουν οι μειώσεις.

Οι θυσίες του ελληνικού λαού έπιασαν τόπο. Παρ’ όλα όσα λένε. Σ’ αυτή την τριετία έγινε, όπως έγινε, ένα κατόρθωμα. Από κει που είχαμε 24 δις έλλειμμα το χρόνο, τώρα έχουμε 4. Σε λίγο δεν θα έχουμε καθόλου, δεν θα χρειαζόμαστε δανεικά. Αυτό δεν έχει γίνει ποτέ στην ιστορία σε τέτοιο μέγεθος, σε τόσο λίγο χρόνο. Ο ελληνικός λαός το κατάφερε με τις θυσίες του και είμαστε πολύ μάγκες που το καταφέραμε ενώ όλοι μας είχαν για ξεγραμμένους.

Ποιος λαός όμως και με ποιες θυσίες; Πλήρωσαν φόρους περισσότερους αυτοί που πλήρωναν πάντα. Έχασαν τα ασθενέστερα στρώματα τις δουλειές τους, οι εργαζόμενοι είδαν τις αποδοχές τους να εκμηδενίζονται, οι νέοι αποκλείστηκαν από την παραγωγή. Και το πελατειακό σύστημα ακόμα και σήμερα αρνείται να κάνει την παραμικρή παραχώρηση, ο ελληνικός παρασιτισμός ζει και βασιλεύει όπως πάντα. Άγνωστες λέξεις μαθαίνουμε κάθε μέρα, διορίζουν τους συγγενείς και κομματικούς φίλους ως «ΠΕΘ», προσωπικό ειδικών θέσεων, μαθαίνουμε ότι υπάρχει και «ειδική συνδικαλιστική» σύνταξη, επιδοτούν με εκατομμύρια κάθε χρόνο τις ποδοσφαιρικές ομάδες των υπόδικων προέδρων, στις ΔΕΚΟ αντί για μειώσεις δίνουν αυξήσεις και πριμ, οι δημοτικές επιχειρήσεις που έκλεισαν, ανοίγουν με άλλο όνομα και οι δήμοι εξακολουθούν να χρεοκοπούν, οι υπάλληλοι που κατηγορούνται για διαφθορά αθωώνονται στα πειθαρχικά γιατί δεν εφαρμόζεται ο νόμος για την αλλαγή της σύνθεσής τους χωρίς πια συνδικαλιστές, διαγράφουν τα χρέη των κομμάτων, η φοροδιαφυγή μένει ατιμώρητη γιατί η δικαιοσύνη δεν δικάζει, τα πανεπιστήμια δεν εφαρμόζουν το νόμο αλλά πληρώνουν εκατομμύρια για κατασκηνώσεις και δεκάδες χιλιάδες για πρυτανικές τουαλέτες.

Η τρόικα θεώρησε κοροϊδία τα προτεινόμενα από την ελληνική κυβέρνηση, τα 700 εκ. εξοικονόμηση από την μελλοντική πάταξη της φοροδιαφυγής και τα 350 από τη μελλοντική συγχώνευση των οργανισμών και των δημόσιων φορέων και των αμέτρητων ΝΠΔΔ. Τρία χρόνια τα ίδια μας λέτε, απαντούν, και δεν κάνετε τίποτα. Οπότε, συνεχίζουμε για 3η χρονιά με περικοπές μισθών και συντάξεων. Και γιατί τότε, αφού το έχουν καταλάβει αυτό, δεν εξαρτούν τις δόσεις από την υλοποίηση αυτών των μεταρρυθμίσεων που το κομματικό σύστημα αρνείται να κάνει; Από τη σύλληψη της φοροδιαφυγής, από τη θέσπιση ενός σύγχρονου φορολογικού νομοσχεδίου που αντιμετωπίζει τη διαφθορά, από τις συγχωνεύσεις των άχρηστων οργανισμών, από την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας που τώρα καταπατείται ανενόχλητα, από τις ιδιωτικοποιήσεις των ΔΕΚΟ που έχουν γίνει πάρκινγκ κομματικών στρατών και μέσο πλουτισμού του κομματικού συστήματος; Γιατί παίζουν έτσι το παιχνίδι του πελατειακού κράτους;

Γιατί δεν τους νοιάζει. Για την Ευρώπη είναι αδιάφορο αν η Ελλάδα γίνει απλώς μια φτωχότερη χώρα, αν δεν χρωστάει και δεν χρειάζεται να της δανείζουν συνεχώς. Κι άλλες χώρες είναι φτωχές. Αυτή είναι η δεύτερη κρυμμένη απάτη της συμπαιγνίας του πολιτικού συστήματος.

Το πρόβλημά μας δεν είναι το χρέος. Το πρόβλημά μας είναι όσα γεννούν το χρέος. Η χαμηλή παραγωγικότητα, η κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, ο παρασιτισμός, η λευκή απεργία του δημοσίου που έχει ήδη ιδιωτικοποιηθεί προς όφελος των λειτουργών του, οι πελατειακές σχέσεις, το κομματικό κράτος στο ρόλο του ταμία που ανοίγει και κλείνει τους διακόπτες του χρήματος, ο συντεχνιασμός. Αυτά πρέπει να αλλάξουν.

Και αυτό δεν έχει να κάνει με τον Τόμσεν. Έχει να κάνει με μας. Το πολιτικό σύστημα προσπαθεί να διατηρήσει το πλαίσιο άθικτο, απλώς σε χαμηλότερο επίπεδο. Ελπίζει ότι θα διατηρήσει το ίδιο χρεοκοπημένο μοντέλο, έστω φτωχότερο.

Ο ξαφνικός θάνατος της χρεοκοπίας συνεπάγεται την έξοδο από την Ευρώπη και τον τριτοκοσμισμό της χώρας, ο παρατεταμένος θάνατος των συνεχών μειώσεων χωρίς αλλαγές οδηγεί σε μια Ελλάδα ίδια όπως παλιά, πλην φτωχότερη.

Γι’ αυτό στη ρητορική όλων των κομμάτων επικρατεί η άρνηση, η υπεράσπιση του παρελθόντος, η απόκρουση των αλλαγών. Προσπαθούν να διασώσουν, όχι να αλλάξουν. Έστω κι αν αυτό συνεπάγεται γενική φτώχεια. Όχι όμως γι’ αυτούς. Για τα κόμματα και τις προνομιούχες ομάδες του κατεστημένου, λεφτά πάντα υπάρχουν. Είναι καιρός να εμφανιστούν πολιτικές δυνάμεις που θα ’χουν στόχο μια καινούργια, καλύτερη Ελλάδα και όχι τη διατήρηση της παλιάς.

http://athensvoice.gr/the-paper/article/406/edito-406#.UGMbqIYcqlY.twitter

Γιατί δεν αποδέχτηκαν ποτέ τον Γιώργο Παπανδρέου

  

Ακόμα, μήνες μετά την απομάκρυνση του από την πρωθυπουργία και την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, ο Γιώργος Παπανδρέου παραμένει στην επικαιρότητα με επικριτικά έως χλευαστικά σχόλια σε κάθε δραστηριότητά του.
Αποφεύγοντας τον χαρακτηρισμό των επικριτών, αφού κάθε πολιτικό πρόσωπο υπόκειται στη κρίση του κάθε πολίτη, θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι είναι αυτό που δεν αποδέχθηκε ποτέ μεγάλη μερίδα του πολιτικού κόσμου και των ΜΜΕ, των διαμορφωτών της κοινής γνώμης, πάνω στον Γιώργο Παπανδρέου.
Μήπως, το ότι τηρώντας την παράδοση των Παπανδρέου δεν λειτούργησε ποτέ ως ο γιός του πατέρα του, αλλά τράβηξε δική του πορεία, διαφωνώντας κάποιες φορές με πολιτικές και στάσεις, αλλά πάντα μέσα στα όρια της κομματικής δημοκρατίας;
Μήπως, το ότι δεν συμβιβάστηκε, δεν έκλεισε συμφωνίες με τους μεγάλους εκδότες και καναλάρχες, επιδιώκοντας την αποδέσμευση της μιάς εξουσίας από την άλλη, με αποτέλεσμα να δούμε να τον «χτυπούν» ακόμα και έντυπα από ένα χώρο που δεν θα περίμενε;
Ο Γιώργος Παπανδρέου εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από την πίεση των βουλευτών του, τη στιγμή που είχε επιτυχει την αναδιάρθρωση του χρέους και η χώρα έπρεπε να συσπειρώσει όλες τις δυνάμεις της για να προχωρήσει στις κατάλληλες μεταρρυθμίσεις που θα την έβγαζαν από την ύφεση.
Η συνέχεια είναι γνωστή, προσπάθησαν να του επιρρίψουν ακόμα και το προπατορικό αμάρτημα, ώστε οι υπόλοιποι να αναβαπτιστούν από το εκλογικό αποτέλεσμα ως παρθενογεννημένοι «αναμορφωτές» ενός σάπιου συστήματος.
Εκείνο που δεν υπολόγισαν είναι ότι ο Γιώργος Παπανδρέου δεν είναι Κώστας Καραμανλής. Δεν λούφαξε στη γωνιά του. Συνέχισε με την ίδια θέρμη και δύναμη να υπερασπίζεται το έργο και την πολιτική του, εντός και εκτός Ελλάδας. Αποδεχόμενος τα όποια λάθη ή παραλείψεις, αλλά ποιος δεν κάνει λάθη, όταν βρίσκεται μπροστά σε μια τόσο ακραία κατάσταση, παλεύοντας συμφέροντα τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό; Και αυτό δεν έχει σχέση με το «ουδείς αναμάρτητος» του ανεκδιηγητου Σαμαρά, γιατί ο Παπανδρέου δεν άλλαξε ποτέ τον κύριο και κεντρικό πολιτικό του στόχο ή τη στρατηγική.
Η έντονη κριτική και η χλευαστική διάθεση σε κάθε του κίνηση από μερίδα «δημοσιογράφων» αποδεικνύει την ανάγκη να υποβαθμίσουν τον δυναμισμό ενός πολιτικού που βρίσκεται έξω από τα δικά τους μέτρα και σταθμά.
Δεν μπορούσε ποτέ να γίνει αποδεκτό ότι τόλμησε να πει να την αλήθεια, ότι υπάρχει διαφθορά στην χώρα, ότι μας ξύπνησε από τον πλασματικό παράδεισο που ζούσαμε. Αντίθετα, με ευκολία καλύπτεται η δυσωδία που αναδύεται από τα σκάνδαλα των νεοδημοκρατών βουλευτών, και αναβαθμίζεται η κάθε «δήλωση» που εκφέρει ο Βούδας της πολιτικής μας ζωής, ο Κώστας Καραμανλής, ο οποιος με την κυβέρνηση του είναι ο κύριος υπεύθυνος για τη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα. Ή έχουν όλοι επιλεκτική αμνησία και δεν θυμούνται ότι επί θητείας Αλογοσκούφη είχαμε τεθεί υπό επιτήρηση και μετά η «ελληνική οικονομία ήταν θωρακισμένη»;
Αλλά, η αλήθεια δεν είναι εύπτεπτη και δεν γίνεται αποδεκτή. Όταν όλοι γνωρίζουν ότι με την πάταξη της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς δεν θα χρειάζονταν να ληφθούν μέτρα, λοιδωρούν ακόμα το «λεφτά υπάρχουν».
Ακόμα και σε ανθρώπινο επίπεδο, δεν έγινε ποτέ κατανοητό πως για να «ξεφύγει» από την πιεστική πραγματικότητα προτιμούσε να κάνει κανό από να τρώει ή ξεσπά σε συνεργάτες, οικογένεια.
Τελικά, η αλήθεια, η αντικειμενική παρουσίαση των πραγμάτων, η διαφορετικότητα στην πολιτική και στη δυσανεκτική ελληνική κοινωνία είναι αμάρτημα...

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Και μετά τι;

Αν δεν το έβλεπα με τα ίδια μου τα μάτια, δεν θα το πίστευα. Το κέντρο της Αθήνας ξαφνικά έμεινε άδειο από μετανάστες. Η «επανακατάληψη» του Σαμαρά, η «φιλοξενία» του Ξένιου Διός του Δένδια, και το «ξεβρώμισμα» της Χρυσής Αυγής έπιασαν τόπο. Μέσα σε λίγες κιόλας ημέρες το αίτημα του προεκλογικού δεξιού λαϊκισμού, υλοποιήθηκε (έστω και πρόσκαιρα) είτε μέσω νόμιμων, είτε παράνομων επιχειρήσεων. Και τώρα τί; Πώς ξεπεράσαμε την κρίση; Τί απαντήσεις έχει να δώσει η Χρυσή Αυγή στην υπόθεσή της ότι μία από τις αιτίες της κρίσης ήταν η μεγάλη λαθρομετανάστευση; (Αν και τελικά απεδείχθη ότι ο Ξένιος Ζευς «σκούπισε» κυρίως νόμιμους μετανάστες).

Το ίδιο ερώτημα βαραίνει και το άλλο φάσμα του αντιμνημονιακού μετώπου. Έστω ότι σήμερα κιόλας, μέσα σε μία έξαψη αλτρουισμού, οι δανειστές της χώρας αποφασίζουν να διαγράψουν όλο το χρέος. Μάλιστα, για να επιδείξουν την καλή τους θέληση, αποδεσμεύουν και το επόμενο πακέτο των 31 δις για την Ελλάδα χωρίς παραπάνω αξιώσεις αποπληρωμής. Σύσσωμη η τρόικα, μέσα σε πανηγυρικό κλίμα αποσύρει όλες τις απαιτήσεις της, σκίζει και όλα τα μνημόνια μπροστά στην κάμερα, ενώ για να κάνουμε ακόμα πιο kinky τη φαντασίωση, βλέπουμε την Μέρκελ με δάκρυα στα μάτια να ζητάει συγνώμη από τον ελληνικό λαό για την σκληρή της στάση τα τελευταία δύο χρόνια. Διαγράφεται λοιπόν το χρέος, ακυρώνεται το μνημόνιο και μάλιστα μετά τη σύσταση λαϊκού δικαστηρίου και Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου που βρίσκουν ένοχους για εθνική προδοσία και οικονομική κακοδιαχείριση 100-150 πολιτικούς, στήνονται οι σχετικές κρεμάλες στο Σύνταγμα. Πέφτει η «χούντα του ΔΝΤ» (sic), έρχεται η ελληνική λαϊκή δημοκρατία. Και μετά τί;

Τρία χρόνια τώρα, έχουμε στήσει όλα τα συμπτώματα της ελληνικής κρίσης στον τοίχο, και τα χτυπάμε αλύπητα από δεξιά και αριστερά. Ποτέ δεν ρίξαμε έστω και μία κλεφτή ματιά στις αιτίες. Μάλλον όσοι το έκαναν, καταπλακώθηκαν από αγανακτισμένες κραυγές εντός και εκτός Βουλής. Όσοι προσπαθούν να στρέψουν το βλέμμα της κοινωνίας στις αιτίες, και μιλάνε για ριζικές μεταρρυθμίσεις που θα στοχεύσουν σε αυτές, ώστε η κρίση να καταπολεμηθεί στις ρίζες της, συνήθως εισπράττουν τη χλεύη του όχλου.

Να εξαφανίσουμε τους μετανάστες, να εξαφανίσουμε την τρόικα, να οχυρωθούμε και απέναντι στους κακούς ξένους καπιταλιστές που θέλουν να μας φάνε ζωντανούς. Μετά τι; Έχουμε τις δομές πάνω στις οποίες, ως δια μαγείας θα στηθεί ένα κράτος δικαίου; Έχουμε δηλαδή κατάλληλους ανθρώπους σε θέσεις ευθύνης, που περιτριγυρίζονται από αδιάφθορα, έντιμα και αξιοκρατικά επιτελεία που μπορούν να προσφέρουν τόσα πολλά πράγματα, αλλά το μοναδικό τους εμπόδιο είναι η «κακιά» τρόικα; Έχουμε νομικό και φορολογικό πλαίσιο που θα ενίσχυε τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της επιχειρηματικότητας για να υπάρξει ανάπτυξη; Έχουμε έτοιμους κάποιους παραγωγικούς ιστούς σε διάφορους κλάδους που είναι έτοιμοι να παράγουν αγαθά και υπηρεσίες, αλλά δεν μπορούν μόνο τα τελευταία τρία χρόνια; Έχουμε κάποιο σημαντικό ρεύμα νοοτροπίας κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης; Έχουμε δείξει σε κοινωνικό επίπεδο την μαζική θέληση να ξεριζώσουμε τις κάθε λογής συντεχνίες που λυμαίνονται το Δημόσιο; Υπάρχει κάποια τάση ευνομίας και νομοταξίας διάχυτη μέσα στην ελληνική κοινωνία που δεν μπορεί να εκφραστεί λόγω κάποιας ξένης καταπίεσης;

Η απάντηση σε όλα τα παραπάνω είναι κοινή, μονολεκτική, και θέλω να πιστεύω πως όλοι κατά βάθος την γνωρίζουν. Κάποιοι από εμάς αγανακτήσαμε νωρίς, πολύ πριν την κρίση, πολύ πριν τις υπογραφές των μνημονίων. Τότε που οι αιτίες ζυμώνονταν και που απλά έψαχναν κάποιες διεθνείς συγκυρίες για να εκδηλώσουν τα σημερινά συμπτώματα. Και όσο ολόκληρη η κοινωνία κάθεται και ασχολείται με τη βιτρίνα, στο εσωτερικό του μαγαζιού, η εντροπία των αιτιών θα αυξάνεται και η κατρακύλα θα συνεχίζεται. Διότι όσο φυλετικό ή ταξικό ρατσισμό και αν σπείρεις, όση ανακούφιση και αν σου δίνει πρόσκαιρα κάποια θεωρία συνωμοσίας, στο τέλος πάντα ξημερώνει η πραγματικότητα. Και όπως συμβαίνει στη ζωή του καθενός μας χωριστά, η πραγματικότητα είναι που τελικά πρέπει να αντιμετωπιστεί.


Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Σε αυτό το κόμμα δεν πλήττεις ποτέ. (38 χρόνια τώρα...)

 
Του Γιώργου Σιακαντάρη 

Το ΠΑΣΟΚ κατόρθωσε να κυβερνά αυτή τη χώρα περισσότερα από τα μισά χρόνια της τριανταοκτάχρονης ιστορίας του. Είτε όμως κυβερνούσε είτε απομακρυνόταν από την εξουσία, τροφοδοτούσε πάντα το πολιτικό σκηνικό με εσωτερικές διαμάχες, αντιπαλότητες, αλλά και με γόνιμες συζητήσεις για τη στρατηγική του, τις κοινωνικές αναφορές του, τη φυσιογνωμία του. Ηταν όμως πάντα ένα κόμμα που ποτέ δεν έγινε βαρετό. Τα κόμματα μόνο από τη στιγμή που γίνονται βαρετά αρχίζουν να μαραίνονται και τελικά πεθαίνουν.

Μπορεί το σημερινό ΠΑΣΟΚ να μη μετατραπεί σε ένα κόμμα του οποίου η δράση θα αφήνει παγερά αδιάφορη τη μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας, να μη μετατραπεί σε θνήσκοντα πολιτικό οργανισμό;
Είναι μακριά από μένα η μηδενιστική θεώρηση της ιστορίας κάθε δημοκρατικού κόμματος. Ετσι και το ΠΑΣΟΚ στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησής του κατόρθωσε, έστω και με στρεβλό τρόπο, να εντάξει το αποκλεισμένο τμήμα της κοινωνίας στους θεσμούς. Λέω με στρεβλό, γιατί αυτό έγινε με πελατειακό τρόπο. Η ένταξη όμως της αποκλεισμένης κοινωνίας στους θεσμούς αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα στην πορεία εκσυγχρονισμού αυτής της χώρας. Εκσυγχρονισμός που συνεχίστηκε, αλλά δεν ολοκληρώθηκε, με την ενσωμάτωση της Ελλάδας στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, που ήταν η ευρωζώνη, με την εφαρμογή ενίσχυσης των υποδομών, με τη μετατροπή της σε παράγοντα σταθερότητας και ειρήνης στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο, και τελικά με την ένταξη της Κύπρου.

Στο ΠΑΣΟΚ όμως κυριαρχούσε πάντα μια μεγάλη αντίθεση. Μια αντίθεση που αρχικά του έδινε ζωή και δύναμη, αλλά σήμερα το εμποδίζει να ξαναγίνει το κόμμα που θα προκαλεί το έντονο ενδιαφέρον. Είναι η αντίθεση μεταξύ αυτού που αποκαλείται δύο ψυχές (λαϊκή και εκσυγχρονιστική) του ΠΑΣΟΚ. Η πολιτική συνεργασία αυτών των δύο ψυχών τού έδινε μια μεγάλη πλειοψηφία στην κοινωνία, αλλά αυτή ακριβώς η συνεργασία το εμπόδισε να μετατραπεί σε κόμμα μεταρρύθμισης της κοινωνίας. Αυτή η συνεργασία λειτουργούσε όσο η χώρα μπορούσε να δανείζεται, αλλά δεν κατόρθωσε να αποτρέψει την αναπόφευκτη πορεία προς τα ελλείμματα, το χρέος και την αδυναμία δανεισμού, στην οποία το οδηγούσαν οι εφαρμοζόμενες πολιτικές ενίσχυσης του συντεχνιακού κράτους βιομηχάνου και όχι του κοινωνικού κράτους των υπηρεσιών προς τους πολίτες.

Το σημερινό ΠΑΣΟΚ πρέπει το ίδιο να καταλάβει, αλλά και να περάσει στους πολίτες το μήνυμα ότι την τελευταία τριετία δεν ήταν αυτό που πρόδωσε τις ιδέες του, αλλά ήταν αυτές οι ιδέες του (του λαϊκισμού, του κρατισμού, της ανάπτυξης με δανεικά, των πελατειακών σχέσεων, της προάσπισης του συντεχνιακού κράτους) που το πρόδωσαν. Χρειάζεται πλέον να ξεκινήσει μια πορεία προς την τελική του σοσιαλδημοκρατικοποίηση, αν δεν θέλει να γίνει ένα βαρετό κόμμα. Το ΠΑΣΟΚ το αγάπησαν πολλοί και το μίσησαν πολλοί άλλοι. Ισως σήμερα είναι η εποχή που για να διασωθεί θα πρέπει να ανταλλάξει μερικούς «φίλους» και «εχθρούς».

Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι επιστημονικός διευθυντής του ΙΣΤΑΜΕ

http://www.tanea.gr/gnomes/?aid=4748933