Πάμε!

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Παπανδρέου: Ένας κατηγορούμενος χωρίς κατηγορητήριο



του Σωκράτη Ξυνίδη

Ο έγκριτος δημοσιογράφος κ. Ιγνατίου δημοσίευσε στο "ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ" άρθρο με τίτλο: "Ο Σαμαράς στον δρόμο του Παπανδρέου" (http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=24762&subid=2&pubid=63953510). Στο άρθρο αυτό κατηγορεί και πάλι τον Γιώργο Παπανδρέου ότι τον Μάιο του 2010 δεν προχώρησε στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους παρότι του προτάθηκε από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Εκφράζει δε τους φόβους του ότι και η σημερινή κυβέρνηση θα βρεθεί στην ίδια δύσκολη θέση αν δεν δεχθεί την "πρόταση της κ. Κριστίν Λαγκάρντ, την οποία ανέλυσε στους Ελληνες αξιωματούχους ο κ. Πολ Τόμσεν, για «κούρεμα» που κατέχει ο δημόσιος τομέας (OSI)". Για να σημειώσει με έμφαση: "Όταν έχεις σύμμαχο τον έναν εκ των δανειστών σου, το εκμεταλλεύεσαι. Και δεν προδίδεις την εμπιστοσύνη που σου δείχνει." Όπου βέβαια σύμμαχος το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Και κλείνει με το προειδοποιητικό: "Οι κ. Σαμαράς και Στουρνάρας πρέπει να δράσουν όπως ΔΕΝ έδρασε ο κ. Παπανδρέου. Διαφορε­­τι­­­­­­­­­­κά πολύ σύντομα θα βρεθούν στη δική του πολύ δυσάρεστη θέση...".

Πληθώρα πολιτικών προσώπων και δημοσιευμάτων μέχρι σήμερα κατηγόρησαν τον κ. Παπανδρέου γιατί τόλμησε να μιλήσει με τον κ. Στρος Καν στα τέλη του 2009, γιατί δέχθηκε τη συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Τρόικα (λες και είχαμε την πολυτέλεια να θέτουμε και όρους τον Μάιο του 2010), ότι εν τέλει παρέδωσε την χώρα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ως γνήσιος άνθρωπος των Αμερικάνων, ότι η υπόνοια της λέξης "αναδιάρθρωση" τίναξε τα σπρέντς στον αέρα και εξ αυτού του λόγου υπονόμευσε τη χώρα.

Ο κ. Ιγνατίου σήμερα λέει το ακριβώς αντίθετο. Ότι ο Γιώργος Παπανδρέου δεν έκανε ό,τι του υπέδειξε ο κ. Στρος Καν, ότι θα έπρεπε να θέσει εξαρχής το θέμα της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους υπό την πλήρη υποταγή του στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στις αγορές και άρα στην δυνατότητα δανεισμού της ελληνικής οικονομίας και άρα στην επιβίωση της ελληνικής οικονομίας και της αξιοπρεπούς διαβίωσης των Ελλήνων πολιτών.

Σημειώνω ότι αυτές τις μέρες, επίσης συχνά, χρησιμοποιείται και ο όρος "εθνικό κατηγορητήριο" από γράφοντες κοντά στις αναφορές τους στον Γιώργο Παπανδρέου. Είτε γιατί δεν διέγραψε μονομερώς το χρέος είτε γιατί δεν αναδιάρθωσε με σύμμαχο το ΔΝΤ είτε γιατί έθεσε τη χώρα υπό το έλεγχο του ΔΝΤ. Δεν κρύβουν τους στόχους τους. Ο Παπανδρέου πρέπει να είναι φοβισμένος αν όχι καταδικασμένος. Με οποιοδήποτε κατηγορητήριο.

http://xinidis.blogspot.gr/2014/01/blog-post_3976.html

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Χτίστε γέφυρες – γεννήστε φιλοδοξίες



του Κωνσταντίνου Αλεξάκου

Η κυρίαρχη φιλοδοξία όποιου εμπλέκεται με τα κοινά οφείλει να είναι η ευρύτερη δυνατή εκπροσώπηση χωρίς σημαντικούς συμβιβασμούς σε ζητήματα αρχών, και η διασφάλιση αποτελεσμάτων - της επίτευξης των στόχων - από την όποια άσκηση εξουσίας σε περίπτωση εκλογικής επιτυχίας.

Η πόλωση, οι μανιχαϊστικές αναγνώσεις, η αναζήτηση «εχθρών» ανήκουν στα άκρα του πολιτικού συστήματος. Η περιχαράκωση, ειδικά σε μία περίοδο σαν αυτή που διανύουμε εδώ και χρόνια, είναι μάντης κακών τόσο για τη χώρα όσο και για το πολιτικό όχημα που θα επιλέξει να ακολουθήσει αυτό το δρόμο. Ακόμη κι αν καταφέρει να «κερδίσει» στην κάλπη η πορεία του θα είναι δύσκολη, η νομιμοποίησή του ισχνή, και η διάρκειά του στην άσκηση εξουσίας περιορισμένη.

Δύο ενδεχόμενα, μόνο, είναι χειρότερα: ο συγκεκαλυμμένος μανιχαϊσμός, και ο ιδεολογικός (ως στρατηγικός) χυλός. Το δεύτερο αντιμετωπίζεται από την σύνταξη συγκεκριμένου προγράμματος οχταετίας για την χώρα μέσα από διαδικασίες σύμπραξης και συνεργασίας, έχοντας ακόμα και το μάτι στραμμένο στην υποκλοπή ψηφοφόρων που σήμερα βρίσκονται «απέναντι»· αναγνωρίζοντας τις ισορροπίες που έστειλαν κάποιον εκεί, και ανατρέποντας τες.

Το πρώτο, ο συγκεκαλυμμένος μανιχαϊσμός, είναι πιο δύσκολο να ξεπεραστεί. Οι μεγάλες πλειοψηφίες έχουν καταδικαστεί στο μυαλό όσων συμμετείχαν η παρακολουθούσαν στενά τα κοινά, ως η κυρίαρχη αιτία για την συμμετοχή των λάθος ανθρώπων στη διαμόρφωση της όποιας διακυβέρνησης προέκυψε από τέτοια σχήματα. Κλασσικό παράδειγμα είναι η ρητορική ισοπέδωση του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80, έξω από κάθε πλαίσιο και αναφορά, ή επιτυχίες.

Η δυσκολία με αυτές τις προσεγγίσεις είναι ότι λειτουργούν σαν ιοί, αποκτούν την δική τους δυναμική, γίνονται ο καθοριστικός παράγοντας και οδηγούν στην περιθωριοποίηση, στην διάλυση, και τελικά στην αποτυχία. Όσο καλές κι αν ήταν οι αρχικές προθέσεις των συμμετεχόντων. Σαν ιός, απλώνονται πάνω από όλα και δημιουργούν αξεπέραστες διαφωνίες, όχι ουσίας αλλά «ταμπέλας».

Η μόνη «αντιβίωση» σε αυτό τον ιό είναι οι καλές προθέσεις που εκπορεύονται από την διάθεση για την ευρύτερη δυνατή εκπροσώπηση μέρους του λαού – την ευρύτερη δυνατή δημοκρατική νομιμοποίηση της πρότασης. Αυτός είναι ο δρόμος επί της αρχής, της δημοκρατίας, και αυτός είναι ο μόνος δρόμος για την εκλογική επιτυχία προκειμένου η όποια πρόταση να περάσει στην πολιτική υλοποίηση – να γίνει πράξη.

Το Κέντρο παραδοσιακά δεν έχει «εχθρούς» – έχει πρόταση. Λύσεις. Η ελληνική δεξιά του ’50, όσο και η αριστερά που υπάρχει μόνο ως αντίδραση (καθρέφτης) αυτής της δεξιάς, δεν προσέφεραν ποτέ την συναίνεση ως επιλογή. Δεν την καταλαβαίνουν, και γι’ αυτό ήταν πάντα περιθωριοποιημένες στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Ελέω κρίσης και έλλειψης αντιπρότασης μπορεί να ζήσουν κάποιες απροσδόκητες νίκες, αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση βιώσιμη λύση. Ήταν και θα παραμείνουν μία στιγμή, ένας εφιάλτης, ένα κακό επεισόδιο.

Το Κέντρο δεν εχθρεύεται ούτε όσους το εχθρεύονται. Το Κέντρο αναγνωρίζει τα σημεία, κοιτάζει μακρυά, και χαράζει πολιτική πρόταση χωρίς φοβικά σύνδρομα και ετεροπροσδιορισμό. Το Κέντρο δεν ενδιαφέρεται αν οι χειρότεροι της δημοσιογραφίας, ή οι διαπλεκόμενοι, το συσχετίσουν με τη Νέα Δημοκρατία ή το ΣΥΡΙΖΑ γιατί αναγνωρίζει και στα δύο σχήματα τα σημεία επαφής, τα σημεία ανατροπής δηλαδή της όποιας ισορροπίας έστειλε ένα ψηφοφόρο σε αυτά. Τα αναγνωρίζει , επίσης, και ως σημεία συνεργασίας. Το Κέντρο κάνει τη δουλειά που πρέπει προς τα κάτω για να πατήσει τα πόδια του γερά στην πραγματική κοινωνία των εκατομμυρίων. Όχι σε περιορισμένες λέσχες ανάγνωσης και ανταλλαγής αρθρογραφίας.

Ο δημόσιος διάλογος που παρακολουθούμε αρκετοί με αγωνία τον τελευταίο καιρό είναι ένα καλό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, για το λόγο ότι είναι δημόσιος και όχι κρυφός (πλέον). Αλλά δεν αρκεί. Κρίνεται πολύ μικρό και πολύ αργό βήμα σε αυτή την συγκυρία, τέσσερις μήνες πριν τις ευρωεκλογές και με τις εθνικές να καραδοκούν ανά πάσα ώρα και στιγμή. Και απέχει τραγικά πολύ από το δια ταύτα, που είναι η ζύμωση με την κοινωνία που θα το συνδιαμορφώσει και θα το οδηγήσει στην άσκηση εξουσίας.

Αν κάποιος γνωρίζει ένα άλλο τρόπο για να επιτύχει, αρχικά εκλογικά και στη συνέχεια στην άσκηση εξουσίας, από το να εμπνεύσει μία νέα φιλοδοξία στο λαό μέσα από γέφυρες και όχι φαράγγια, ας τον πει τώρα. Αν όχι, ήρθε η ώρα να σωπάσει γιατί παρασύρει κόσμο και την χώρα στο αδιέξοδο και την ήττα. Ακόμα καλύτερα, ας βγάλει τις παρωπίδες κι ας στρωθεί στη δουλειά μαζί με τους πολλούς, για τους πολλούς. Όχι άλλο «κοσκίνισμα». Ήρθε η ώρα να συναντηθεί η «ιντελιτζένσια» της χώρας, με το «πλαστικό σημαιάκι» του σήμερα.


http://alexacos.blogspot.se/2014/01/blog-post_22.html

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Ο αντίλογος για την ενιαία τιμή βιβλίου


του Βαγγέλη Τρικεριώτη, ιδιοκτήτη του βιβλιοπωλείου "Πρωτοπορία"

Τη Δευτέρα 13 Ιανουαρίου η Ένωση Ελληνικού Βιβλίου (ΕΝ.ΕΛ.ΒΙ.), ο Σύλλογος Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών (Σ.Ε.Β.Α.), ο Σύνδεσμος Εκδοτών Βιβλίου (Σ.ΕΚ.Β.), η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εκδοτών Βιβλιοπωλών (ΠΟΕΒ) και η Εταιρεία Συγγραφέων πραγματοποίησαν συνέντευξη τύπου υπέρ της διατήρησης της ενιαίας τιμής βιβλίου, δηλαδή του νόμου που απαγορεύει τις μεγαλύτερες του 10% εκπτώσεις στις τιμές των βιβλίων! Το παρακάτω κείμενο είναι ένας αντίλογος που απηύθυνα στη συνέντευξη αυτή στους φορείς του βιβλίου, τους οποίους για λόγους συντομίας και ουσίας ονομάζω στο κείμενο «συντεχνία». Πιστεύω ότι με αυτό, οι βιβλιόφιλοι θα λύσουν πολλές απορίες τους σχετικά με το θαυμαστό κόσμο του βιβλίου, στην επιβίωση του οποίου συμβάλλουν αγόγγυστα αγοράζοντας βιβλία.

Στην αγορά του βιβλίου υπάρχουν 857 δυσλειτουργίες που πρέπει να διορθωθούν, είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο. Η νούμερο 1 δυσλειτουργία είναι η διατίμηση που έχει επιβληθεί στην τιμή του βιβλίου, όπου ο αυθαίρετος και πολλές φορές αισχροκερδής προσδιορισμός της τιμής από τον εκδότη είναι για τους πάντες υποχρεωτικός. Και αυτήν ακριβώς τη δυσλειτουργία ο κόσμος του βιβλίου (για την ακρίβεια ο συνδικαλιστικός κόσμος του βιβλίου) θέλει να τη διατηρήσει με νύχια και με δόντια. Νομίζω πως είμαι ο πλέον καθ’ ύλην αρμόδιος να πω δυο κουβέντες για τον περίφημο νόμο της διατίμησης του βιβλίου, αφού το φωτογραφικό νομοσχέδιο αφορούσε αποκλειστικά το βιβλιοπωλείο «ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ». Η επιχειρηματολογία για το καλό του κλάδου, την προώθηση του καλού βιβλίου και άλλα μπλα μπλα μπλα αποτελούν την πάγια τακτική των συντεχνιών που τα οικονομικά αποκλειστικά αιτήματά τους τα διανθίζουν με «θεσμικά αιτήματα».

Η ιστορία αυτή ξεκινάει από πολύ παλιά, από την ίδρυση του βιβλιοπωλείου σε μια υπόγα στην Κωλέττη πριν από 40 χρόνια. Λειτουργώντας πάντα σαν συνεπής συντεχνία, οι κινούμενοι στον εκδοτικό-βιβλιοπωλικό χώρο συνδικαλιστές, αφού προσπάθησαν με διάφορους, αθέμιτους κυρίως, τρόπους να με «συνετίσουν» κατάφεραν το 1998 με τον τότε υπουργό Πολιτισμού κ. Βενιζέλο να επιβάλουν τη διατίμηση στο βιβλίο. Ήταν, βλέπετε, η εποχή των παχιών αγελάδων και του «λεφτά υπάρχουν».

Έκτοτε πολλές φορές, οι συνδικαλιστές και οι συνεταίροι επιφανών πασόκων με έσυραν στα δικαστήρια με τη σουρεαλιστική κατηγορία ότι πουλάμε τα βιβλία, ή κάποια βιβλία, φτηνότερα απ’ αυτό που επιβάλλει ο νόμος. Φυσικά αθωωθήκαμε όλες τις φορές.

Για να δούμε όμως πόσο σέβονται τον νόμο οι ίδιοι οι εμπνευστές του, οι εκδότες. Όλες οι πωλήσεις που κάνουν στα γραφεία τους, μαζικές ή μεμονωμένες, σε μη επαγγελματίες, γίνονται με εκπτώσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ την επιτρεπόμενη από το νόμο. Οι εξαιρέσεις είναι τόσο ελάχιστες που μπορούμε να μιλάμε εκ του ασφαλούς για όλες.

Οι περισσότεροι εκδότες στις ανατυπώσεις δεν αλλάζουν τη χρονολογία έκδοσης κι έτσι μετά την παρέλευση των δύο ετών τα βιβλία τους εξαιρούνται από τη διατίμηση. Με τη λογική της συντεχνίας αυτοί απεργάζονται την καταστροφή του βιβλίου γενικότερα. Γιατί δεν τους πάνε στα δικαστήρια οι ηρακλείς της διατίμησης; Άλλο κόλπο ενός (;) εκδότη για να παρακάμψει την διατίμηση σε κάποια σχολικά βιβλία, ήταν να τα πουλάει «πακέτο» φτηνότερα. Η υπόθεσή του έφτασε στα δικαστήρια με άγνωστη σε μένα έκβαση.

Μια άλλη σουρεαλιστική εκδοχή του φαινομένου, είναι βιβλία που είναι στη διατίμηση στα βιβλιοπωλεία να δίνονται ως δώρο ή με τεράστια διαφορά τιμής (προς τα κάτω εννοείται) από τις εφημερίδες. Πρόσφατο παράδειγμα, που τρέχει στα περίπτερα, τα βιβλία του Καζαντζάκη. Αλλά βεβαίως όταν πρόκειται για τον Μπόμπολα, τον ΔΟΛ κ.λπ. η συντεχνία κάνει τους νόμους γαργάρα. Μόνο τα βιβλιοπωλεία πρέπει να τον τηρούν απαρέγκλιτα. Το ότι ακριβώς η ύπαρξη του νόμου της διατίμησης οδηγεί τους εκδότες για μερικά χιλιάρικα στις εφημερίδες είναι προφανώς ένας περίπλοκος συλλογισμός και δεν περνάει από το μυαλό των συνδικαλιστών του βιβλίου.

Εκτός από τις εφημερίδες, όμως, έχουμε τώρα και τα παζάρια. Αυτά ξεκίνησαν σαν μια ευκαιρία να πουλήσουν οι εκδότες το στοκ των καλών ή κακών, πάντως αντιεμπορικών, βιβλίων τους. Ραγδαία όμως εξελίσσονται σε αυτόνομες αγορές βιβλίου, και πολλοί εκδότες ανατυπώνουν (χωρίς βέβαια να αλλάζουν την ημερομηνία έκδοσης) και ανατιμούν τα βιβλία τους ώστε να πωλούνται στα παζάρια σε υποτίθεται δελεαστικές τιμές (δηλαδή κάτω από το 30% της ονομαστικής τιμής).

Μια άλλη τεράστια αγορά στην οποία οι εκδότες καταστρατηγούν τη διατίμηση είναι ο κύκλος των ανθρώπων που κινούνται επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά στο χώρο των εκδόσεων, καθώς και ο κύκλος αυτών, οι φίλοι τους και οι συγγενείς τους και οι φίλοι των φίλων τους και των συγγενών τους. Η αγορά αυτή περιλαμβάνει πρώτα απ’ όλα τους υπαλλήλους των εκδοτικών οίκων και των βιβλιοπωλείων, στη συνέχεια τους ανθρώπους στην παραγωγή του βιβλίου (χαρτέμπορους, τυπογράφους, βιβλιοδέτες, ατελιέ γραφικών τεχνών, άλλους προμηθευτές, κλπ. κλπ.) και μετά συγγραφείς, μεταφραστές, διορθωτές, επιμελητές, εικονογράφους, φωτογράφους, βιβλιοθηκάριους, βιβλιοθηκονόμους, υπαλλήλους βιβλιοθηκών και γενικά όλο τον κύκλο των ανθρώπων που έρχονται σε επαφή με τους εκδότες (υπάλληλοι τραπεζών, δήμων, ΙΚΑ, εφοριών, κοσμοτέ, τυροπιτάδικων κλπ. κλπ.) Δεν τελειώνουμε, όμως, με αυτούς. Όλοι αυτοί του «χώρου» εξυπηρετούν και συγγενείς, φίλους και γνωστούς τους, και πολλές φορές τους φίλους των φίλων τους και πάει λέγοντας. Να σημειώσω εδώ ότι αυτά λειτουργούν διαγώνια και «συναδελφικά» σε όλο το εκδοτικό φάσμα.

Ο νόμος επίσης καταστρατηγείται από τα βιβλιοπωλεία που δεν τηρούν αποθήκη και εκδίδουν αποδείξεις από ταμιακή μηχανή. Με την απόδειξη αυτή δεν μπορεί να αποδειχτεί η καταστρατήγηση του νόμου, κι έτσι μπορούν να πωλούν με όποια τιμή θέλουν.

[Εδώ ανοίγω μια παρένθεση. Δεν εκφέρω καμιά άποψη αν όλα αυτά είναι καλά ή κακά. Απλώς επισημαίνω την υποκρισία της συντεχνίας που σας κάλεσε σήμερα εδώ να «αγωνιστείτε» υπέρ της διατήρησης του νόμου. Κλείνει η παρένθεση.]

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις που ανέφερα οι εκδότες σύμφωνα με τον νόμο παρανομούν. Αφού ο νόμος υπάρχει για το καλό του βιβλίου, μπλα μπλα μπλα, γιατί τον καταστρατηγούν; Πώς να εξηγήσω αυτή τη σχιζοφρενική και υποκριτική συμπεριφορά, σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις πώλησης βιβλίων στα γραφεία τους, να θεωρούν την έκπτωση εύλογη.

Ποιοι λοιπόν απομένουν για την αγορά που υποτίθεται ότι θέλει να προστατέψει η συντεχνία; Και γιατί για τους μαθητές, φοιτητές και βιβλιόφιλους, γενικά, που αγοράζουν τα βιβλία τους στα βιβλιοπωλεία η έκπτωση δεν θεωρείται εύλογη; Ευτυχώς πολλοί ακόμα, που είτε έχουν ακόμα χρήματα, είτε δεν έχουν κάποιον γνωστό στον «κόσμο του βιβλίου» και αγοράζουν τα βιβλία χωρίς καμία έκπτωση.

Το καταπληκτικό είναι ότι ενώ ο νόμος απαγορεύει και την υπερτιμολόγηση στην πώληση των βιβλίων, ουδείς ασχολείται με αυτό. Η υπερτιμολόγηση δεν ενοχλεί κανέναν, ενοχλούνται μόνο μην τυχόν και πουλήσει κάποιος φτηνότερα τα βιβλία, για την ακρίβεια μην και κάποιος αγοράσει τα βιβλία του φτηνά.

Δεν ξέρω αν εδώ μέσα υπάρχει κάποιος καταναλωτής βιβλιόφιλος.Αν υπάρχει καλό θα ήταν ν’ ακούσουμε και τη δική του άποψη. Κατά τα άλλα, όλοι εμείς, εκδότες, βιβλιοπώλες, συγγραφείς που μαζευτήκαμε εδώ, αγοράζουμε τα βιβλία, όταν τα αγοράζουμε και δεν μας χαρίζονται, με μεγάλη ή πολύ μεγάλη έκπτωση. Και μαζευτήκαμε εδώ για να εξηγήσουμε στο λαό (τους αφελείς; τα κορόιδα;) πόσο καλό για το βιβλίο γενικά είναι, να αγοράζουν τα βιβλία χωρίς έκπτωση, και πόσο πολύ τον ωφελεί αυτό. Καλά, τις πέτρες είσαστε ατρόμητοι και δεν τις φοβόσαστε, το χάχανο που προκαλείτε και τις λεμονόκουπες δεν τα φοβόσαστε;

Όλα τα παραπάνω τα ανέφερα για να δείξω ότι ένας νόμος με χιλιάδες αστερίσκους είναι κουρελόχαρτο. Αν όλα ήταν όμορφα και αγγελικά γιατί το 10% έκπτωση που επιτρέπει ο νόμος το δίνουν οι πάντες; Η αγορά, δηλαδή οι καταναλωτές, σε πάνε αλλού, κι αυτό το αλλού δεν μπορεί να το αποτρέψει κανένας νόμος. Γι’ αυτό κι έχουμε τα υποκριτικά φαινόμενα που ανέφερα παραπάνω.

Ας υποθέσουμε όμως ότι ο αγώνας σας δικαιώνεται –στην Ελλάδα του σουρεαλισμού όλα είναι πιθανά–, πώς σκέφτεστε να αποτρέψετε το ενδεχόμενο ενός ιντερνετικού βιβλιοπωλείου στη Βουλγαρία, την Τουρκία, στην Αλβανία ή και στην Κύπρο, που θα πουλάει τα βιβλία με όση έκπτωση θέλει, αφού δεν θα διέπεται από την πανέξυπνη ελληνική νομοθεσία. Φαντάζομαι ότι ένα τέτοιο επίδοξο βιβλιοπωλείο θα ήταν αναφανδόν υπέρ της διατήρησης της διατίμησης.

Στην Αγγλία, που σας αρέσει να αναφέρετε ως παράδειγμα, τα βιβλιοπωλεία δεν επλήγησαν από την μη ύπαρξη διατίμησης, αλλά από το Άμαζον. Επλήγησαν και πράγματι έκλεισαν πολλά, και λοιπόν; Ο καταναλωτής δεν αγοράζει φτηνότερα τα βιβλία του; Τελικά τι θέλουμε; Να διατηρήσουμε ένα νόμο που προστατεύει υποτίθεται τα μικρά βιβλιοπωλεία εις βάρος του βιβλιόφιλου καταναλωτή;

Ωστόσο στην Ελλάδα, που ως γνωστό είναι η χώρα με τον εξυπνότερο λαό του κόσμου, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Οι θηριώδεις επενδύσεις σε βιβλιοπωλεία έγιναν ακριβώς επειδή λειτουργούν χωρίς κανέναν ανταγωνισμό, αφού απαγορεύεται η έκπτωση. Έτσι ο νόμος αυτός δεν προστατεύει τα μικρά βιβλιοπωλεία, αλλά τις λεγόμενες αλυσίδες που έχουν μεγάλα λειτουργικά έξοδα. Και για να το κάνω πιο συγκεκριμένο, το Πάμπλικ, για παράδειγμα, με 15 εκατομμύρια ζημιές το χρόνο, δεν έχει καμιά δυνατότητα να αυξήσει τις εκπτώσεις του. Έτσι αναγκαστικά κάνει το 10% που έχει καθιερωθεί παντού. Άλλωστε ποιος το εμποδίζει και τώρα να μεγαλώσει την έκπτωση στα εκτός διατίμησης βιβλία; Το ίδιο ισχύει για τα σούπερ-μάρκετ, τις αλυσίδες που επικαλείται η συντεχνία ότι θα αφανίσουν το βιβλίο.

Παρ’ όλα αυτά, ας υποθέσουμε πως πρέπει για κάποιους λόγους, φολκλορικούς, ιστορικούς, συναισθηματικούς, μεταφυσικούς ή τους αστείους που επικαλείται η συντεχνία, ή όποιους άλλους, δεν έχει σημασία, να παραμείνει σε ισχύ ο νόμος αυτός για να προστατευτεί υποτίθεται το καλό βιβλίο και η αγορά του βιβλίου γενικά. Αύριο που ένα διαρκώς αυξανόμενο κομμάτι των βιβλιόφιλων θα στραφεί στο ψηφιακό βιβλίο –κι αυτό δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας, ήδη υπάρχουν, και ήδη τα πανεπιστήμια το έχουν ζητήσει–, τι θα κάνετε; Τα βιβλία θα είναι πλέον άυλα, ψηφιακά αρχεία. Θα ζητήσετε καινούργιους νόμους, που θα απαγορεύουν στην απλ, στην άμαζον και σε άπειρες παγκόσμιες, αλλά και ελληνικές ιστοσελίδες να τα πουλάνε; Θέλω να πω πως όταν προσπαθείς να πας κόντρα στην εξέλιξη και την τεχνολογία φτάνεις σε τραγελαφικά αδιέξοδα, γιατί αυτές προχωρούν πιο γρήγορα –ευτυχώς– από τα μυαλά των συνδικαλιστών.

Και μια που μιλάμε για διαδίκτυο, κανείς δεν καταλαβαίνει ότι το καθεστώς αυτό, χωρίς βέβαια να είναι η μοναδική αιτία, γιγαντώνει την πειρατεία στο διαδίκτυο; Ήδη υπάρχουν δεκάδες ιστοσελίδες στις οποίες μπορεί κανείς να βρει πάμπολλα βιβλία. Δεν είναι μακριά η μέρα που όλα τα εμπορικά βιβλία θα βρίσκονται στο διαδίκτυο την επομένη της κυκλοφορίας τους.

Ένας άλλος μύθος είναι ότι η μέση τιμή των βιβλίων έπεσε λόγω ενιαίας τιμής. Η αλήθεια είναι ότι έπεσε α) λόγω του εκδοτικού ανταγωνισμού, και κυρίως ανταγωνισμού από τις εφημερίδες που έχουν διαμορφώσει ένα άλλο, πολύ χαμηλό επίπεδο τιμών β) επειδή οι τιμές στην παραγωγή (χαρτί, τυπογραφεία, βιβλιοδετεία) μειώθηκαν και συνεχίζουν να μειώνονται, γ) εξαιτίας βεβαίως της οικονομικής κρίσης.

Όταν όμως μιλάμε για άνοδο και πτώση της μέσης λιανικής τιμής των βιβλίων είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε και το κόστος παραγωγής ενός βιβλίου για να βγάλουμε και κάποια χρήσιμα συμπεράσματα. Το κόστος λοιπόν ενός μέσου βιβλίου 240 σελίδων σχήμα 14 x 21 εκ. σε 1.000 με 5.000 αντίτυπα είναι μεταξύ 3,5 και 1,5 ευρώ και της ανατύπωσης μεταξύ 1 και 0,5 ευρώ αντίστοιχα.

Καλό είναι κάποια στιγμή να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε πως, κόντρα σε κάθε λογική, θα προστατέψουμε τα μαγαζάκια μας, καλό θα είναι να σκεφτούμε και το βιβλιόφιλο που πληρώνει στο ταμείο. Και όχι να μαζευόμαστε στο στιλ των καραβοκύρηδων που ήθελαν να πολεμήσουν το ατμόπλοιο, ή των λινοτυπών που επιδιώξανε να πολεμήσουν την τότε φωτοσύνθεση, ή για να έρθω πιο κοντά, των φαρμακοποιών και λοιπών δημοκρατικών δυνάμεων.

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

To Golden Hall, ο Λένιν και η σύγχυση του επαναστάτη



του Θοδωρή Γεωργακόπουλου

Εχτές έκανε τη γύρα στα ίντερνετς ένα κείμενο (που δημοσιεύτηκε πρώτα εδώ και μετά και στο left.gr) ενός νεαρού ο οποίος αναγκάστηκε να πάει για ψώνια μέσα στις γιορτές στο εμπορικό κέντρο Golden Hall στο Μαρούσι, και διαβάζοντάς το πάρα πολύς κόσμος γέλασε πολύ κι αυτό ήταν πολύ καλό γιατί ετούτες τις δύσκολες εποχές ένα από τα πράγματα που μας λείπει είναι το γέλιο.

Προσπερνώντας τα προφανή που έχουν συζητηθεί ήδη εξαντλητικά -ενίοτε και στα όρια του bullying- στα σόσιαλ μύδια (το αναπόφευκτο hashtag #kati_se_lenin είναι ενδεικτικό) και με κάθε συμπάθεια και σεβασμό στο νεαρό Βαγγέλη Γαβρηιλίδη που το έγραψε, θέλω να σημειώσω το πιο ενδιαφέρον πράγμα που παρατήρησα στο κείμενο. Είναι ένα φαινόμενο κοινό στους στρατευμένους ιδεολογικούς κύκλους του «περιθωρίου», δηλαδή εκτός του πολιτικού mainstream, του συρμού: Η απέχθεια για τους ανθρώπους που υποτίθεται ότι προσπαθούν να σώσουν.

Γιατί όλοι οι στρατευμένοι ιδεολόγοι κάποιον προσπαθούν να σώσουν, συνήθως τον λαό.

Και εκεί ακριβώς κρύβεται η μεγάλη αντίφαση.

Στις δημοκρατίες το πολιτικό «mainstream», ο συρμός, εκφράζεται από την ψήφο της πλειοψηφίας. Η οποία ψήφος είναι αυτή που θέτει τους ιδεολόγους «του περιθωρίου» στο περιθώριο. Η οποία πλειοψηφία είναι, βεβαίως, ο λαός. Και γι’ αυτό οι ιδεολόγοι μοιραία τον περιφρονούν. Κι ας είναι αυτός ο ίδιος που καλούν σε επανάσταση, σε εξέγερση.

Στο κείμενό του ο αγαπητός Βαγγέλης γράφει με συμπάθεια και οίκτο για τους υπαλλήλους στο γκαράζ του εμπορικού κέντρου, οι οποίοι δουλεύουν «σερί πάνω από οκτώ μέρες για να απολαύσει «ο κόσμος» τα ψώνια του». Δεν έχει όμως καμία συμπάθεια για την πωλήτρια που πουλάει σοκολατάκια και του μιλάει με «ξινό ύφος» ή για τις πωλήτριες των βιβλιοπωλείων που αδυνατούν να βρουν το βιβλίο που ψάχνει. Κανέναν οίκτο για το ότι κι αυτές δουλεύουν σερί οκτώ ημέρες για να εξυπηρετούν πελάτες όπως ο ίδιος. Είναι άγνωστο το κριτήριο που κάνει τους μεν συμπαθείς εργάτες και τις δε στριφνές κι «υποταγμένες» στα μάτια του. Αν κρίνει κανείς από το κείμενο, η μόνη διαφορά των μεν από τις δε είναι το ότι οι δε του μίλησαν.

Όποιος είχε ποτέ την τύχη να συναναστραφεί ανθρώπους του στρατευμένου αριστερού ή αναρχικού χώρου -για όσους έχουν περάσει από το Ελληνικό πανεπιστήμιο ήταν μια τύχη αναπόφευκτη- έχει, αργά ή γρήγορα, διαπιστώσει την αντίφαση. Αυτοί οι πολιτικοί χώροι προσβλέπουν σε μια (βίαιη ή μη, ανάλογα με τη συνιστώσα) ανατροπή του πολιτικού σκηνικού και στην αντικατάσταση της «αστικής» δημοκρατίας από ένα άλλο σύστημα (ασαφών προδιαγραφών, και πάλι ανάλογα με τη συνιστώσα), πράγμα που απαιτεί κάποιας μορφής ξεσηκωμό από το “λαό”.

Ο «λαός», όμως, στην πράξη δεν μοιάζει ποτέ να έχει καμία όρεξη να ξεσηκωθεί και, ακόμη και τώρα, μετά από τρία μνημόνια, φαίνεται να περνά τον περισσότερο χρόνο του σε μέρη όπως το Golden Hall και συμμετέχοντας σε «Λευκές Νύχτες» και δε συμμαζεύεται. Αυτό είναι δύσκολο να το χωνέψουν οι ιδεολόγοι των στρατευμένων άκρων εκείνων. Αν η υλοποίηση του οράματός τους προϋποθέτει τη μαζική συμμετοχή ενός πληθυσμού, πώς αντιμετωπίζεις τον πληθυσμό όταν δεν δείχνει καμία διάθεση να υλοποιήσει το όραμά σου για λογαριασμό του;

Είναι πρόβλημα σοβαρό, και ήταν πρόβλημα όλων των αριστερών κινημάτων πάντα αυτό, η ασυμφωνία της επαναστατικής θεωρίας με την αληθινή ανθρώπινη φύση. Ελάτε στη θέση τους δηλαδή. Πώς να αντιμετωπίσει ο αριστερός τα μνημονιόπληκτα πλήθη που γεμίζουν τα καταστήματα τις Κυριακές, τους κατόχους ακριβώς των ψήφων που θα φέρουν το ΣΥΡΙΖΑ (ένα συνονθύλευμα πάλαι ποτέ συνιστωσών, θυμίζω) στην εξουσία; Τους περιφρονεί και τους χρειάζεται και τους απεχθάνεται και θέλει να τους σώσει.

Πώς να αντιμετωπίσεις αυτή την κατάσταση, αν όχι με άρνηση και με εθελοτυφλία, στα όρια της υποκρισίας; Θα πείσεις με κάποιον μαγικό τρόπο τον εαυτό σου ότι όλοι αυτοί που βλέπεις μπροστά σου στο Golden Hall είναι μειοψηφία, όχι πλειοψηφία, ότι όλοι αυτοί είναι οι «πλούσιοι αστοί», όχι ο πραγματικός «λαός», ο οποίος πεινάει και/ή αυτοκτονεί και/ή πεθαίνει από τα μαγκάλια, και σ' αυτό το φανταστικό ορισμό του «λαού» θα εντάσσεις όποιον συμπεριφέρεται με τρόπο που να συμφωνεί τις ιδεολογικές σου πεποιθήσεις, μέχρι, τουλάχιστο, να σου πιάσει την κουβέντα και τον κατατάξεις κι αυτόν στους «πλούσιους αστούς».

Τι να κάνουν οι άνθρωποι. Είναι ο μόνος τρόπος να μη σιχτιρίσουν και το «λαό» και την επανάσταση που θέλουν να του προσφέρουν -και χάσουν, έτσι, κάθε νόημα από τη ζωή. Λίγη εθελοτυφλία, λίγη υποκρισία. Δε γίνεται αλλιώς.

Ο ίδιος ο Βαγγέλης, ο συμπαθής νεαρός που μας χάρισε σπάνιες στιγμές γέλιου γράφοντας για την εμπειρία του στο Golden Hall, παραμονές Χριστουγέννων ήτανε στο Mall.


http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7/golden-hall-%CE%BF-%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CF%83%CF%8D%CE%B3%CF%87%CF%85%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%84%CE%B7