Πάμε!

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Επιλογή εννοιών από τη γλώσσα της ζούγκλας

Η «βία» επικροτείται στο πλαίσιο της ανάγκης διατήρησης του νόμου και της τάξης – αλλά και αποκτά ελαφρυντικά στο πλαίσιο της αντίστασης κατά του εχθρού. Η «προδοσία» διαφόρων προεξοφλείται – είναι ορκισμένοι στους εχθρούς, άρα αίρεται η απαγόρευση της βίας εναντίον τους. Ο «εχθρός» είναι πανταχού παρών, προδότης – και δεν πειράζει αν του ασκηθεί και βία. Ο «δωσιλογισμός» είναι γεγονός από τις περιστάσεις τις ίδιες – και το ερώτημα είναι αν η βία κατά των προδοτών που ενέδωσαν στον εχθρό θα λάβει νομικό χαρακτήρα ή θα επικρατήσουν ανεπίσημες μορφές της. Ο «σεξουαλικός προσανατολισμός» του εχθρού αμφισβητείται – και ποιος είπε ότι στο σεξ δεν εμπεριέχεται βία;

Γράφοντας για το εννοιολογικό πλαίσιο του δημόσιου λόγου στο οποίο αυτή εκτυλίχθηκε η épuration των γάλλων διανοουμένων μετά το τέλος της γερμανικής Κατοχής, οTony Judt στις σελίδες 49-54 από το Past Imperfect:French Intellectuals, 1944-1956 θυμίζει κάτι που προοδευτικά, ενδεχομένως αδιόρατα συντελείται γύρω μας, μεταμορφώνοντας ανθρώπους και απόψεις όσο η κατάρρευση των οικονομικών βεβαιοτήτων συμπαρασύρει ολόκληρο το πολιτισμικό συνεχές. Όσοι επιχειρούν να διατηρήσουν την όποια ψυχραιμία τους έχει απομείνει ενώeverything that was solid melts into air, και με τεκμήριο αυτή να συνεχίσουν να παρατηρούν τα πράγματα, να αναγνωρίσουν το δίκαιο της οργής αλλά και τους κινδύνους της, να κατανοήσουν το αναπόφευκτο της εκτόνωσης αλλά και την πιθανότητα εκτροπής της, να επισημάνουν τη δυναμική του πλήθους στο δρόμο αλλά και να διερωτηθούν για το εφικτό της μετεξέλιξής της σε ουσιαστική πολιτική παρέμβαση, να απαριθμήσουν τις παθογένειες του πολιτεύματος αλλά και να σταθμίσουν τις κατακτήσεις του σε σχέση με το αυταρχικό παρελθόν, να αποτιμήσουν τη δυσχέρεια διαχείρισης των πολλαπλών πτυχών της κατάστασης αλλά και την απύθμενη αναπηρία ιδεών των διαχειριστών της, να απελπιστούν με το μέγεθος της τυφλότητας των ευρωπαίων ηγετών αλλά και να αναρωτηθούν για το τι κείται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορούν παρά να αισθάνονται ότι τους περιμένει το περιθώριο του τετραδίου. Δεν είναι απλώς η επικράτηση της φωνασκίας: η ελληνική κοινωνία, όπως και οι κατάErvin Goffman λοιπές θεατρικές κουλτούρες της Μεσογείου, ελκόταν και έλκεται από το μπαλκόνι, την τηλεοπτική κορώνα, τη στεντόρεια φωνή της ντουντούκας – και είμαστε συνηθισμένοι στο εμπνευσμένο μπινελίκι που περνούσε για επιχείρημα στα σχόλια από καταβολής διαδικτύου. Οι τωρινές κραυγές είναι ποιοτικά διαφορετικές και, όπως στην περίπτωση της μεταπολεμικής Γαλλίας, χρησιμοποιούν συγκεκριμένο εύρος «τρόπων» για την άρθρωσή τους: η αποδοχή της βίας ως θεμιτού μέσου επίλυσης διαφορών, η αναγόρευση του ιδεολογικού αντιπάλου στο επίπεδο του εχθρού και οι κατηγορίες για προδοσία είναι ήδη εδώ, η σεξουαλική καταγγελία των δωσιλόγων ίσως να έπεται.

Δεν μιλάμε εδώ για ιδεολογικά χάσματα, για τη ριζοσπαστικοποίηση τάσεων, για τη δικαίωση πολιτικών θέσεων και την απόρριψη άλλων. Ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα, είτε πρόκειται για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης είτε πρόκειται για τη μπλογκόσφαιρα, ανεξαρτήτως διαχωριστικών γραμμών, εμφανίζει σημεία αποδοχής της μισαλλοδοξίας ως κανονιστικής αρχής και απαξίωσης της ετεροδοξίας, όχι πλέον με όρους απλής ασυμφωνίας, αλλά με όρους κατηγορικής προσταγής και δαιμονοποίησής της. Η γλώσσα της ζούγκλας, όταν επικρατήσει, δεν κάνει πια διάκριση ειδών – ο 20ός αιώνας είναι αψευδής μάρτυρας γι’ αυτό. Στο παρασκήνιο οικονομικών επιβολών, πολιτικών επιλογών ερήμην μας, κινδύνων κρατικής κατάρρευσης και κοινωνικού εκτροχιασμού, καταστολής, δακρυγόνων και μολότοφ γωνία, συγκροτούνται στρατόπεδα σκέψης. Και η περιχαράκωση των λέξεων εντός τους αφήνει για την κριτική στάση έναντί τους έναno man’s land, στο οποίο όσοι τολμήσουν να περιπλανηθούν θα μπορούν να πυροβολούνται ελεύθερα. Γιατί μην περιμένετε πια διακανονισμούς και διαιτητές. Στην εποχή της πόλωσης, ο δημόσιος λόγος αστυνομεύεται από έννοιες.

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Η Ελλάδα έχει κυβέρνηση, η Ελλάδα έχει Ηγέτη, η Ελλάδα έχει ΜΕΛΛΟΝ!

Είμαστε ζωντανοί και νικητές! Το μέλλον ξεκίνησε!!!




Γ. Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Νομίζω, μπορούμε στην κυριολεξία να πούμε ότι μία καινούργια μέρα ξημερώνει. Ας ελπίσουμε ότι αυτή η καινούργια μέρα είναι μια καινούργια μέρα και για την Ευρώπη, και για την Ελλάδα, καλύτερη από αυτές που έχουμε περάσει τον τελευταίο καιρό.
Θα ήθελα, πρώτα απ΄  όλα, να ευχαριστήσω όλους τους Έλληνες  και τις Ελληνίδες για τις  θυσίες τους, γιατί με τις θυσίες αυτές έδωσαν τη δυνατότητα στην Ελλάδα να παραστεί σε αυτή τη Σύνοδο και να διαπραγματευθούμε, με ισχυρό εργαλείο και όπλο την αξιοπιστία μας, την ελάφρυνση του πιο σημαντικού βάρους, αυτού που κουβαλάμε όλοι μας από το παρελθόν, την υπερχρέωση της πατρίδας μας.
Χωρίς τη συγκλονιστική  προσπάθεια όλων των Ελλήνων, όλα  αυτά θα είχαν τελειώσει από πέρυσι το Μάιο. Δηλαδή – και αυτό μην το ξεχνάμε ποτέ – αν δεν είχαμε κάνει  τίποτα, δεν θα ήμασταν εδώ σήμερα, θα είχαμε χρεοκοπήσει από πέρυσι το Μάιο και αυτό θα είχε τραγικές συνέπειες, που θα έκαναν πολύ δύσκολη την κατάσταση που ζούμε, ακόμα πιο δύσκολη από τη σημερινή. Θα φάνταζε ιδανική η σημερινή κατάσταση μπροστά στο τι θα ζούσαμε, καθώς η χώρα θα είχε λυγίσει κάτω από το βάρος της υπερχρέωσης που κληρονομήσαμε.
Αποφύγαμε λοιπόν αυτό το θανάσιμο εθνικό κίνδυνο. Και μόνο που  βρισκόμαστε σήμερα εδώ είναι  επίτευγμα, επίτευγμα όλων των Ελλήνων  και μην το ξεχνάμε αυτό ποτέ. Σήμερα, έχουμε πια τη δυνατότητα να κλείσουμε οριστικά τους λογαριασμούς της χώρας με το παρελθόν, για να μπορέσουμε πια να αφιερώσουμε απερίσπαστοι όλες μας τις δυνάμεις στο σήμερα και το αύριο, στο μέλλον της χώρας. Να φύγει το βάρος του παρελθόντος και να μπούμε σε μία εποχή αναπτυξιακή, που θα βασίζεται στις δικές μας δυνάμεις.
Όπως ξέρετε, μέσα σε συνθήκες πρωτοφανούς αβεβαιότητας, με πολλές χώρες σε κρίση, κληθήκαμε να διαπραγματευθούμε  ένα ζήτημα υπαρξιακού χαρακτήρα  για τη χώρα, ένα ζήτημα που αφορά  κάθε εργαζόμενο, κάθε επιχειρηματία, κάθε μισθωτό, κάθε άνεργο, κάθε αγρότη, κάθε Έλληνα και κάθε Ελληνίδα, τους πάντες.

Η συνέχεια εδώ

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Ογκώδης άγνοια, τερατώδης επικινδυνότητα.



Το χαμηλό επίπεδο γνώσης, ευφυΐας και πολιτισμού της νεοδεξιάς, ξεδιπλωμένο σε μερικά συνεχόμενα καρέ!
Οι στενοί συνεργάτες του Σαμαρά μας δείχνουν τι μας περιμένει στο απευκταίο ενδεχόμενο να... (ούτε να το σκέφτομαι δεν θέλω)!
Οι Μιχελάκηδες, οι Φαήλοι, οι Λαζαρίδηδες και ο λοιπός εθνικοφασιστικός συρφετός είναι έτοιμοι να ισοπεδώσουν ότι έχει μείνει όρθιο, στην αλλοπρόσαλλη τυφλή πορεία τους προς το παρελθόν!

Αλήθεια, κύριε εκπρόσωπε τύπου της Νέας Δημοκρατίας: Αν το κίνημα στο Γουδί του 1909 που έφερε στο πολιτικό προσκήνιο της Αθήνας τον Ελευθέριο Βενιζέλο, είναι το ίδιο με την εκτέλεση στο Γουδί το 1922 των έξι καταδικασθέντων από το έκτακτο Στρατοδικείο, κατηγορούμενων ως υπεύθυνων για την Μικρασιατική Καταστροφή (αφού Γουδί το ένα, Γουδί και το άλλο), τότε θα πρέπει να σας θυμίσω ότι στη Συγγρού εκτός από τα γραφεία του κόμματός σας είναι και κάτι άλλο...

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Αγαπητέ αγανακτισμένε που απεργείς και φωνάζεις: Φταις!

Κάνε πορείες.

Βρίσε τον Πάγκαλο, αν θες. Βρίσε και το Βενιζέλο. Βρίσε τον Καραμανλή, τον Αντρέα, τον Τσοβόλα, πήγαινε και πιο πίσω (γιατί όχι), βρίσε τη χούντα, τον εμφύλιο, το Βενιζέλο (όποιο Βενιζέλο), τον Καποδίστρια, τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, το Ρήγα το Φεραίο.

Βρίσε όποιον να ‘ναι.

Βρίσε την τρόικα, τη Μέρκελ και τους Αμερικάνους.

Αλλά ό,τι και να κάνεις, όσους κι αν τσουβαλιάσεις στο τσουβάλι της ευθύνης, η πραγματικότητα δεν αλλάζει.

Φταις.

ΕΣΥ, φταις.

Κι ο Πάγκαλος, κι η Μέρκελ και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, κι αυτοί φταίνε, πάρα πολύ. Αλλά φταις κι εσύ.

Αν διορίστηκες σε κάποια από τις εκατοντάδες υπηρεσίες του Δημοσίου χωρίς αντικείμενο, και πληρώνεσαι χωρίς να κάνεις τίποτα, φταις.

Αν παίρνεις δεκαέξι μισθούς για να δουλεύεις στη Βουλή, φταις

Αν πληρώνεσαι για πάντα χωρίς να ελέγχει κανένας την παραγωγικότητά σου, φταις

Αν έχεις πάρει χαμηλότοκο δάνειο από τράπεζα επειδή δουλεύεις στο δημόσιο, φταις.

Αν παίρνεις επιδόματα που δεν δικαιούσαι, φταις.

Αν δεν ζητάς απόδειξη, φταις

Αν δεν κόβεις απόδειξη, φταις

Αν έχεις φέρει αυτοκίνητο απ’ έξω για να γλιτώσεις δασμούς, φταις.

Αν έχεις γράψει τα σπίτια σου σε offshore για να μην πληρώνεις φόρους, φταις.

Αν έχεις κρύψει έστω και ένα ευρώ από την εφορία, φταις

Αν έχεις ψηφίσει με αντάλλαγμα διορισμούς ή διευκολύνσεις, φταις

Αν έχεις λαδώσει σε εφορίες, τελωνεία, πολεοδομίες «για να κάνεις τη δουλειά σου», φταις

Αν έχεις βάλει μέσον να σου σβήσουν την κλήση, φταις

Αν έχεις χτίσει αυθαίρετο, φταις

Αν έχεις πληρωθεί «μαύρα», φταις

Αν έχεις πληρώσει «μαύρα», φταις

Αν εισπράττεις σύνταξη πεθαμένου, φταις

Αν πήρες φακελάκι, φταις

Αν έδωσες φακελάκι, φταις

Αν απεργείς για να πας για καφέ, κι ενώ απεργείς πληρώνεσαι, φταις

Αν είσαι στο δρόμο αυτή τη στιγμή και διεκδικείς κεκτημένα που αδικούν κι επιβαρύνουν όλη την υπόλοιπη κοινωνία, φταις

Η κατάρρευση της Ελλάδας δεν είναι συνομωσία των ξένων ούτε μια περίπλοκη οικονομικοτεχνική συγκυρία. Είναι η ολοκληρωτική, παταγώδης αποτυχία μιας κοινωνίας να ζήσει ορθολογικά. Είναι κοινωνική αποτυχία, και είναι δικιά μας. Εμείς αποτύχαμε. Εμείς φταίμε.

Σου είναι δύσκολο να το χωνέψεις, το ξέρω, η μανούλα σου σ’ έχει διδάξει καλά ότι είσαι ένα ενάρετο αγγελούδι που αξίζει όλα τ’ αγαθά του Θεού μόνο και μόνο επειδή αναπνέεις, και ξέρω ότι το πρώτο ένστικτό σου είναι να αντιδράσεις σε όλα τα παραπάνω και να απαντήσεις με ένα «ΝΑΙ ΑΛΛΑ ΑΥΤΟΙ ΦΤΑΙΝΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ» και είναι κατανοητή αυτή η ανάγκη, να στρέψεις όλα τα βέλη προς τα έξω, κανένα να μη μπηχτεί προς τα μέσα (γιατί τσούζει), μια αντίδραση εξίσου ώριμη μ’ αυτό που λέγαμε στο προαύλιο του δημοτικού, «καθρεφτάκι».

Φυσικά και φταίνε αυτοί, φυσικά φταίνε περισσότερο (και ποιος τους ψήφισε, αλήθεια; Α ναι: ΦΤΑΙΣ).

Το ‘παμε, φταίνε, είναι άχρηστοι, να πάνε στα σπίτια τους, να φέρουμε άλλους. Το ξαναείπαμε. Συνέχεια το λέμε. 15 μήνες τώρα όλο αυτό λέμε. Σύμφωνοι.

Μα κάποτε πρέπει να καταλάβεις ότι φταις κι εσύ. Να επιμείνεις λίγο σ’ αυτό, πριν σπεύσεις στα φωναχτά «ΝΑΙ ΑΛΛΑ». Να το σκεφτείς λιγάκι.

Τους τελευταίους 15 μήνες, αντί να εγκαινιαστεί μια νέα εποχή αυτογνωσίας και αυτοκριτικής, εξαπλώνεται όλο και περισσότερο το κύμα της αγανάκτησης ενός «αγνού», «ανεύθυνου» λαού, που είναι (ήταν, και θα είναι) θύμα των άλλων, που δε φταίει σε τίποτα. Εγκαθιδρύεται αυτή η αυτοαθώωση του λαού ως το νέο Εθνικό κόμπλεξ που θα γαλουχήσει τις επόμενες γενιές, κι έτσι περνάμε τις μέρες μας βρίζοντας Πάγκαλους, Βενιζέλους και Σαμαράδες (δημιουργήματα ατόφια δικά μας, όλοι τους), αλλά χωρίς να μαθαίνουμε απολύτως τίποτα για τους εαυτούς μας και για το μέλλον.

Ποιο είναι το μάθημα αυτής της καταστροφής; Τί μάθαμε, δηλαδή, ώς Έλληνες, για να μη την ξαναπατήσουμε έτσι;

Κοίταξέ τους στους δρόμους. Κοίτα τους. Άκου τί φωνάζουν, αφουγκράσου τί λένε.

(να φύγουν οι πολιτικοί, να γίνουν εκλογές, να μην πληρώσουμε το χρέος, να μην αλλάξει τίποτα, να ξαναγίνει ξαφνικά, μαγικά, 2002 και να πληρωνόμαστε όλοι από το κράτος και να μην πληρώνει κανένας φόρους για πάντα)

Τί έχουν μάθει οι Έλληνες από την Ελληνική Πτώχευση;

Απολύτως τίποτα.


Η διαλυμένη κοινωνία μας, αυτή ή μη-κοινωνία εγωιστών που τα ξέρουν όλα και μισιούνται με πάθος, φτάνει πλέον στο τέλος της. Δεν έχει άλλο. Ό,τι κι αν γίνει με την έκτη δόση και με τις απεργίες (θα κάψουν τα σκουπίδια τα σκουπίδια;), και με το αν θα πέσει η κυβέρνηση και με το κούρεμα (μήπως μας συμφέρει να το πάμε στο 130% ας πούμε, να μας χρωστάνε κι όλας;), εμείς εδώ τελειώνουμε.

Και το χειρότερο είναι πως την «επόμενη μέρα», όπως κι αν θα είναι αυτή, εμείς θα την υποδεχτούμε με τα ίδια μυαλά που είχαμε πριν, χωρίς να έχουμε διδαχτεί τίποτα.
Και γι’ αυτό δεν φταίει κανείς άλλος.


Μια συγκλονιστική πολιτική ομιλία!



Όλοι εσείς που θα βρεθείτε να διαβάζετε αυτή την ανάρτηση, τυχαία ή μη, μπείτε στον κόπο να αφιερώσετε μια ώρα να ακούσετε την πιο συγκινητική ομιλία των τελευταίων χρόνων του Γιώργου Παπανδρέου.


Έχετε αφιερώσει αμέτρητες ώρες για να δείτε και να ακούσετε "σκουπίδια" μπροστά σε μια τηλεόραση, ή για να συζητήσετε ακραίες θεωρίες. 
Αυτή η ώρα θα είναι πολύ πιο χρήσιμη.


Δείτε έναν άνθρωπο που δίνει το είναι του για να εξασφαλίσει, όχι απλά ένα καλύτερο μέλλον για την Ελλάδα, αλλά κάτι παραπάνω: το μέλλον που θεωρεί ότι αξίζουμε.


Το αυτονόητο κι όμως επαναστατικό.


Δείτε και ακούστε έναν από τους τελευταίους πατριώτες της ελληνικής πολιτικής σκηνής.
Έναν γνήσιο δημοκράτη που θα έκανε τον πατέρα και τον παππού του περήφανους (τι σύμπτωση που η ομιλία αυτή γίνεται 30 ακριβώς χρόνια από τη μέρα που ήρθε στην Ελλάδα η δημοκρατία)!


Δείτε κι ακούστε έναν πρωθυπουργό που δεν διστάζει να εκφραστεί ελεύθερα και να τα θέσει προ των ευθυνών τους, τους πάντες: Δικαστές, Τραπεζίτες, Δημοσιογράφους...
Κι ύστερα να παραδώσει τον εαυτό του και να λογοδοτήσει στον μοναδικό κριτή κι ελεγκτή του: τον ελληνικό λαό!


Εκεί που οι άλλοι θα είχαν κουραστεί και θα τα είχαν παρατήσει (...) ο Γιώργος Παπανδρέου μας δείχνει ότι μόλις ξεκίνησε κι εμείς όλοι όσοι μοιραζόμαστε το όραμά του για μια Ελλάδα που μας αξίζει, παίρνουμε κουράγιο απ' το κουράγιο του και συνεχίζουμε δίπλα σε αυτόν, μαζί με αυτόν, παρακινώντας τον να μην λοξοδρομήσει και να μην αλλάξει ποτέ αυτό που είναι: Ένας πραγματικός Παπανδρέου και μάλλον ο καλύτερος των τριών!...




Διαβάστε το κείμενο της ομιλίας εδώ



Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Φταίει (και) η ελλειπής ενημέρωση;

Πριν λίγες ημέρες, ειπώθηκε σε μία διάλεξη Πανεπιστημιακού, οτι είχε πάει πρόσφατα σε ένα συνέδριο στις ΗΠΑ και επισκέφθηκε ένα από τα κορυφαία Πανεπιστήμια στον κόσμο. Εκεί συζήτησε με Έλληνες καθηγητές που έχουν εγκαταλείψει εδώ και χρόνια τη χώρα και η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από την κρίση. Οπότε ρώτησε ο εν λόγω καθηγητής, ποιά η άποψή τους για την κρίση στην Ελλάδα και το μόνο που του απάντησαν ήταν: το συζητάμε πολύ μεταξύ μας και έχουμε καταλήξει οτι για το σημείο στο οποίο έφτασε η χώρα, ευθύνεται (κυρίως) η ελλειπής ενημέρωσης των πολιτών.

Στην αρχή σκέφτηκα: Οκ πέταξαν κι αυτοί την εξυπνάδα τους, ορίστε, βρήκαμε τι φταίει, συμφώνησαν και χειροκρότησαν 2-3 άλλοι την άποψη αυτή, σίγουρα θα την αναπαράγουν προσθέτοντας τη φράση: άκου τι σοφό ειπώθηκε και πάει λέγοντας. Πήγα να απαξιώσω την ερμηνεία γιατί μου φάνηκε πολύ απλή και απέριττη.
Αμέσως μετά, το μυαλό μου ταξίδεψε σε μία φράση που είχε βιβλίο της Έκθεσης στο Λύκειο (την οποία δε θυμάμαι ακριβώς) και ήταν κάπως έτσι: δε θέλω χρήματα, δε θέλω τίποτε άλλο εκτός από πληροφορίες, άμα έχω πληροφορίες βρίσκω τα πάντα.

Καθημερινά συνειδητοποιώ πόσο ημιμαθής είμαι και πόσο ημιμαθείς είναι πολλοί γύρω μου. Δεν αρκεί παρά ένα μικρό πειραματάκι για να σιγουρευτείτε κι εσείς οτι ο "χ" γνωστός σας, ο οποίος με πομπώδη λόγια και μεγάλη σιγουριά σας περιγράφει το τι πραγματικά έγινε με ύφος παντογνώστη, είναι απλά ένας ημιμαθής φωνακλάς. Αντικρούστε τον με κάτι της φαντασίας σας... Διάβασα εκεί από τον τάδε αυτό, με σχετικό πίνακα και στοιχεία και θα σου στείλω και link αν δε με πιστεύεις. Θα δείτε οτι θα αναδιπλωθεί. Γιατί; Διότι έχει μία γενική ιδέα, δεν κατέχει το θέμα και νόμιζε οτι έχει ανακαλύψει την απόλυτη αλήθεια. Προσωπικά φοβάμαι οτι τη στιγμή που θα πω:τώρα εξηγούνται όλα, θα είναι η στιγμή που θα πρέπει ένας καλός κυριούλης να μου φορέσει μία άσπρη ρόμπα και να με πάει σε ένα μέρος με πολλά δεντράκια που θα με περιποιούνται.

Για να επανέλθω, είμαστε τρομακτικά ημιμαθείς. Ξαφνικά έχουν ορισμένοι άποψη επι παντός επιστητού και πλέον η ξερολίαση δεν εντοπίζεται μόνο στους homo universalis δημοσιογράφους που ξεπερνούν σε σοφία κάθε Έλληνα.
Παρακολουθώντας πολιτικές συζητήσεις, διαπίστωσα οτι με τεράστια ευκολία εκστομίζονται τέρατα, απαξιώνονται προσπάθειες (στο τριπάκι έχω πέσει κι εγώ πολλές φορές- δε βγάζω την ουρά μου απ' έξω), προτείνονται λύσεις λες και όλοι είναι ειδικοί και έτοιμοι να κυβερνήσουν τη χώρα.
"Να γίνει αυτό και δε με νοιάζει" δεν ενδιαφέρει κανέναν εάν προσκρούει στο Σύνταγμα ή στην κοινοτική νομοθεσία. Αφού το σκέφτηκε, του φαίνεται και δίκαιο, ε πρέπει να γίνει, συμφωνούν και άλλοι δέκα οτι πρέπει να γίνει αυτό, δεν υπολογίζει κανείς τις συνέπειες και έχουμε μία πρόταση!

Οι αρμόδιοι να ενημερώσουν αντικειμενικά τους πολίτες και να ξεδιαλύνουν τη σύγχυση είναι οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι.
Οι πρώτοι έχουμε συνειδητοποιήσει οτι δεν έχουν την επάρκεια θέλετε, την όρεξη, την υπομονή, τον τρόπο, να μας ενημερώσουν αναλυτικά, αν και θα μπορούσαν.
Από την άλλη η δουλειά των δημοσιογράφων ποιά είναι εκτός από το να ενημερώνουν τον κόσμο και να σχολιάζουν με αντικειμενικότητα;

Οι ευθύνες των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ για την κρίση που ζούμε είναι τεράστιες. Είχαν υποχρέωση να μας ενημερώνουν αντικειμενικά και δεν το έκαναν. Κάλυπταν σκάνδαλα τα οποία εμφάνιζε όποιο μέσο ήταν δυσαρεστημένο με τον εκάστοτε Υπουργό ή ήθελε να δημιουργήσει πρόβλημα για τους δικούς του λόγους. Δεν θα μου έκανε καμία εντύπωση εάν μάθαινα οτι υπάρχουν σε κανάλια και εφημερίδες στοιχεία για τουλάχιστον 100 σκάνδαλα που μπαινοβγαίνουν στα συρτάρια ανάλογα με το τι επιδιώκει ο εκάστοτε ιδιοκτήτης του μέσου.

Τι έχει αλλάξει όμως τα τελευταία χρόνια; Μπήκε το Internet στην καθημερινότητά μας. Πλέον έχουμε πολλούς τρόπους να ελέγξουμε εάν ένα γεγονός είναι πραγματικότητα, μπορούμε να συγκρίνουμε απόψεις και να αξιολογήσουμε την ενημέρωση που μας παρέχεται από συμβατικά μέσα. Μαθαίνουμε για πράγματα που ποτέ κανείς στο παρελθόν δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει. Έχουμε τη δυνατότητα μέσω της Διαύγειας να δούμε τι δαπάνες γίνονται ανά φορέα, να μάθουμε ανά πάσα στιγμή που βρίσκονται τα spread, να παρακολουθήσουμε συζητήσεις σε ξένα μέσα ενημέρωσης, να συμμετέχουμε σε συζητήσεις με άτομα τα οποία δε γνωρίζουμε και μέχρι πρότινος δεν είχαμε τρόπο επικοινωνίας, να παρακολουθήσουμε ξένη αρθρογραφία και τόσα άλλα που στο παρελθόν δεν τα είχαμε. Που εάν τα είχαμε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μην είχαμε φτάσει μέχρι εδώ.

Εάν γνωρίζαμε που βρισκόταν η κατάσταση, εάν γνωρίζαμε το πάρτι που είχε στηθεί σε κάθε τομέα, εάν υπήρχε επαρκής πληροφόρηση και όχι πλήρης συσκότιση κι εάν κάποιος είχε φροντίσει να μας πληροφορήσει για το πού οδηγούμαστε χωρίς αυτόματα να περιθωριοποιηθεί ως Κασσάνδρα, ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Μέχρι και σήμερα όμως η παραδοσιακή δημοσιογραφία αποσιωπεί πολλά πράγματα λόγω των διαφόρων "συμβολαίων". Ο καθένας πλέον μπορεί να καταλάβει πώς λειτουργεί το κάθε μέσο, ανάλογα με την ιδιοκτησία του. Ποιόν πολιτικό προβάλει, τι επιδιώκει, τι συμφέροντα εξυπηρετεί.
Το δράμα μας τα προηγούμενα χρόνια ήταν οτι η ενημέρωσή μας βρισκόταν στα χέρια του κάθε καναλαρχο- εκδότη που προσπαθούσε να μας περάσει τη δική του γραμμή και το δράμα τους είναι οτι πλέον η παραδοσιακή ενημέρωση παρακάμπτεται και κυριαρχεί ένα μέσο στο οποίο, σήμερα είσαι - αύριο δεν είσαι, ένα μέσο στο οποίο οι ισχυροί παίκτες είναι πολλοί. Βέβαια προσπαθούν και τα καταφέρνουν είναι η αλήθεια, αλλά πλέον η πίττα είναι μεγαλύτερη και όποιος ενδιαφέρεται βρίσκει όλες τις απόψεις.

Παρακολουθώ τις πολιτικές εκπομπές συστηματικά, πραγματικά θεωρώ οτι ελάχιστοι έχουν πιάσει το vibe της κοινωνίας, ασχολούνται μόνο με το πώς θα αυξήσουν την τηλεθέασή τους, καλούν φωνακλάδες πολιτικάντηδες με στόχο να ξεκατινιαστούν μεταξύ τους, να μη γίνει συζήτηση, τα νούμερα να ανέβουν και τίποτε άλλο δε τους ενδιαφέρει.
Αρκεί μόνο μία Δευτέρα να κάτσει κάποιος και να πάρει με τη σειρά τις πολιτικές εκπομπές για να δει το δράμα. Ξεκινάμε από Χατζηνικολάου, καμία έκπληξη δεν περιμένει τον τηλεθεατή. Οι ίδιοι και οι ίδιοι πολιτικοί τσακώνονται μεταξύ τους και συζητούν μόνο για το παρελθόν, σα να μη τους ενδιαφέρει το παρόν ή το μέλλον. Συζήτηση δε γίνεται, οι φωνές υπερτίθονται και καθίσταται αδύνατο να παρακολουθήσει κανείς τη συζήτηση. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην εκπομπή του Πρετεντέρη, μόνο που εκεί υπάρχουν λιγότεροι καλεσμένοι. Στη συνέχεια οι Φάκελοι είναι λίγο πιο κρύο concept αν και συνδυάζουν δημοσιογραφική έρευνα με συνεντεύξεις σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος από τις δυο προηγούμενες εκπομπές και τέλος το Netweek, που φέτος έχει αποφασίσει να διαφοροποιηθεί από τις άλλες εκπομπές, καλώντας σοβαρό κόσμο ηπίων τόνων που προτιμά να συζητά και όχι να φωνάζει.

Γιατί ασχολούμαι θα μου πείτε; Γιατί πολύ απλά τίποτα δεν έχει αλλάξει σε αυτό τον κλάδο. Οι δυο μεγάλες πολιτικές εκπομπές το "Πρόσωπο με Πρόσωπο" και η "Ανατροπή", συνεχίζουν να προβάλουν τους ίδιους και τους ίδιους, να καλούν τις ίδιες καταθλιπτικές φυσιογνωμίες της Μεταπολίτευσης, δεν προβάλλουν κανένα καινούριο πρόσωπο και είμαι πεπεισμένη οτι η εμμονή τους αυτή, στοχεύει στην πλήρη απαξίωση του πολιτικού μας συστήματος.
Με το κιάλι ψάχνουμε να βρούμε αξιόλογο βουλευτή ψαρεύοντας άρθρα ή τοποθετήσεις, μιάς και τα κανάλια έχουν αποφασίσει οτι θα καλούν μόνο δικούς τους και βρίσκουμε. Καθίστε και μετρήστε εμφανίσεις στελεχών κομμάτων σε κανάλια. Οι ίδιες και οι ίδιες μούρες. Η μόνη περίπτωση να προβάλλουν κάποιο νέο πρόσωπο είναι να αποφασίσουν οτι θα τον προωθήσουν.

Υπάρχουν και άλλες φωνές, υπάρχουν και άλλοι πολιτικοί. Μπορεί κανείς να μας εξηγήσει με πειστικό τρόπο γιατί δεν προβάλλονται από τα μεγάλα ιδιωτικά κανάλια;

Παρακολουθώντας κανείς εκπομπές και δελτία ειδήσεων καταλαβαίνει οτι η διαπλοκή είναι γερά ριζωμένη στον τόπο, την ώρα που συνεχίζουμε να μη ξέρουμε τι πληρώνει ο κάθε καναλάρχης στο κράτος για τις συχνότητες που χρησιμοποιεί. Την ώρα που ακούγονται διάφορα για τις άδειες των τηλεοπτικών σταθμών και ιστορίες κυκλοφορούν ως urban legends.

http://tsougdw.blogspot.com/2011/10/blog-post_18.html

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

Αλληλεγγύη στην ισοπέδωση


Το σύνθημα «η αλληλεγγύη είναι το όπλο μας» αποτελεί μία από τις πιο γνωστές φράσεις στον ευρύτερο αριστερό και αντιεξουσιαστικό χώρο. Φυσικά, δεν υπάρχει κάτι μεμπτό σε αυτό και σίγουρα εκφράζει μία μεγάλη αλήθεια όταν μιλάμε για ανθρώπινους δεσμούς και κοινωνίες. Η αλληλεγγύη είναι και πρέπει να είναι το βασικό συνδετικό στοιχείο των ανθρώπων μέσα σε μία κοινωνία. Και αλλοίμονο σε όποιον νομίζει ότι μπορεί να επιβιώσει χωρίς μία στοιχειώδη κοινωνική αλληλεγγύη στον κύκλο που ζει.


Τα προβλήματα ξεκινάνε, όμως, όταν αυτή η αλληλεγγύη μετατρέπεται ξαφνικά σε επιτακτική πολιτική, ακόμα και δια της βίας, με οποιοδήποτε τίμημα, για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένους στόχους πέρα από την καθεαυτό φύση της ανθρώπινης αλληλεγγύης. Μέσα από την εμμονή της «αγανάκτησης», η αλληλεγγύη μετατράπηκε σε αδιαπραγμάτευτο κανόνα που ή τον έχεις ή δεν τον έχεις. Ή είσαι αλληλέγγυος άνθρωπος και στηρίζεις κάθε μορφή απεργίας, κοινωνικής αντίστασης και των παρελκόμενων, ή είσαι «εαυτούλης» και εγωιστής. Ή ο εχθρός μας είναι κοινός, ή εσύ είσαι ο εχθρός. Ή είσαι μαζί μας, ή εναντίον μας. Δίπολα, τα οποία στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκαν με μεγάλη επιτυχία από δόγματα όπως ο χριστιανισμός, ο φασισμός και λοιπά ολοκληρωτικά καθεστώτα.


Μέσα σε αυτό το δίπολο του παραλογισμού, δεν είναι πλέον λίγοι αυτοί που στηρίζουν την απεργία της ΠΟΕ-ΟΤΑ και για χάρη κάποιας ιδεατής και ανύπαρκτης αλληλεγγύης βάζουν την πραγματικότητα της δημόσιας υγείας σε δεύτερη μοίρα. Ενδεχομένως να φαντασιώνονται και την ημέρα που όλη η Ελλάδα θα πνιγεί στο σκουπίδι σηματοδοτώντας το μέγεθος της «αλληλεγγύης» τους. Δεν είναι λίγοι αυτοί που ενώ γνωρίζουν την συμβολή του κακώς νοούμενου συνδικαλισμού στην οικονομική κρίση και την διαπλοκή, «κάνουν τη λογική τους πέτρα» και επιλέγουν να στηρίξουν τον σαπισμένο πατριωτισμό και την θεατρική «αλληλεγγύη» του κ. Φωτόπουλου. Δεν είναι λίγοι αυτοί που πάνω στη λύσσα τους να γκρεμιστεί οτιδήποτε προσπαθεί να εποικοδομηθεί στη χώρα, δηλώνουν αλληλέγγυοι σε οποιαδήποτε καταστροφική δύναμη καταφέρει την εν λόγω κατεδάφιση.


Όταν ξεκινούσαν οι πρώτες συγκεντρώσεις στην Πλατεία Συντάγματος από τους «αγανακτισμένους», είχα εκφράσει κάποιες ανησυχίες σχετικά με τη σύσταση του μείγματος. Ενδεχομένως, συνεπαρμένος από την άγνωστη πορεία που θα είχε το εν λόγω κίνημα και την όποια ελπίδα μπορούσε να δημιουργήσει, δεν φανταζόμουν ποτέ ότι σήμερα η «κοινωνική αλληλεγγύη» θα αποκτούσε τόσο σκληρό και μονόχνοτο πρόσωπο. Δεν φανταζόμουν πως ένα ιδεώδες μπορούσε να υπερισχύσει τόσο πολύ και, με κλειστά τα μάτια απέναντι στην πραγματικότητα, θα αποτελούσε δύναμη καταστροφής και όχι δημιουργίας.


Ξέρεις ποια είναι πραγματική αλληλεγγύη; Αυτή που στοχεύει σε πραγματικά αδύναμους ανθρώπους ή κοινωνικές τάξεις και αφήνει απ’ έξω ότι τους διαβάλλει. Αυτή που μπορεί να διαχωρίσει τον εργατικό και τίμιο δημόσιο υπάλληλο που δεν τα βγάζει πέρα, από το συνδικαλιστικό λαμόγιο που τόσα χρόνια ζούσε εις βάρος του Κράτους χωρίς να έχει εργαστεί ούτε μία ώρα. Αυτή που δεν ανέχεται φράσεις όπως: «θα χυθεί αίμα», «θα τον λιώσω» και «δεν θα πεθάνουμε μόνοι μας, θα πάρουμε και άλλους μαζί μας», ανάμεσα στους κόλπους της. Αυτή που βοηθάει ανθρώπους σε διάφορες περιπτώσεις μέσα στην καθημερινότητα χωρίς να διαφημίζεται με μεγάλα κόκκινα γράμματα και μαυροκόκκινα λάβαρα. Εν τέλει αυτή που λειτουργεί για το κοινό καλό και όχι για μεμονωμένα συμφέροντα, πόσο μάλλον αυτών των συμφερόντων που έχουν πλήξει διαχρονικά την κοινωνία μας.


Θα σταθώ αλληλέγγυος (θα κατέβω και στους δρόμους, πρώτη γραμμή) δίπλα στο συνδικάτο ή την κοινωνική ομάδα που πρώτα θα εξορίσει από τους κόλπους της τα δικά της λαμόγια και μετά θα διεκδικήσει ότι έχει να διεκδικήσει. Οι τσαρλατάνοι που στο όνομα της αλληλεγγύης φοράνε δέκα μάσκες ελπίζοντας πως θα τη βγάλουν καθαρή, επειδή θέτουν σε μένα και στην υπόλοιπη κοινωνία ολοκληρωτικά και εκβιαστικά διλήμματα, δεν με αφορούν˙ είτε είναι πολιτικοί, είτε πολίτες, είτε ένθερμοι «επαναστάτες».


http://ellinaki.blogspot.com/2011/10/blog-post_17.html

Κοινό άρθρο Διαμαντοπούλου - Λοβέρδου - Ραγκούση


Στη μεγάλη οικονομική κρίση που βιώνουμε, συναθροίζονται πολλές προϋπάρχουσες «υπο–κρίσεις», με βασικότερη όλων το συντεχνιασμό και την εκτεταμένη, αλλά και ιδιότυπη, ανομία, σε όλο το φάσμα της δημόσιας ζωής. Για δεκαετίες, μια σειρά αποφάσεων, επιλογών, κατευθύνσεων, προτεραιοτήτων και ιεραρχήσεων δεν υπήρξαν προϊόν δημοκρατικής σύνθεσης στην υπηρεσία του συλλογικού συμφέροντος. Αντίθετα, επρόκειτο για ωμή επιβολή του κορπορατισμού, όπως εκφραζόταν μέσα από την πρακτική δυναμικών μειοψηφιών. Ομάδες πίεσης επιδίωκαν, με το «έτσι θέλω», την εξυπηρέτηση των συμφερόντων συγκεκριμένων τμημάτων της κοινωνίας και διαμόρφωναν, με την ανοχή ή και την εύνοια του πολιτικού συστήματος, στα μέτρα τους τη δημόσια πολιτική. Το υψηλό κόστος αυτών των αποφάσεων για το κοινωνικό σύνολο δεν το προσμετρούσε κανένας, διότι η μεγάλη πλειοψηφία παρέμενε σιωπηλή, αφού πρόσκαιρα υπήρχαν τα περιθώρια του ανεξέλεγκτου δανεισμού και το πολιτικό σύστημα έκλεινε εύκολες και πάντως εκλογικά προσοδοφόρες συμφωνίες, χωρίς φυσικά κανένα σχεδιασμό, αλλά και την οποιαδήποτε συνείδηση των συνεπειών. 

Μέσα από τέτοιου είδους κοινωνικο-πολιτικές διεργασίες, και με τη λογική «τα θέλουμε όλα δικά μας», φθάσαμε στην περιφρόνηση κάθε έννοιας Δικαιοσύνης και δημόσιου συμφέροντος και στη de facto επιβολή του κανόνα: κατάληψη στο σχολείο, και ενίοτε καταστροφή του, κατάληψη στο πανεπιστήμιο, διακοπή της λειτουργίας των μέσων μεταφοράς, της αποκομιδής των σκουπιδιών και προσβολή της δημόσιας υγείας, κατάληψη δημόσιων κτηρίων, ακόμη και υπουργείων, αποκλεισμοί λιμανιών και αεροδρομίων, και κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου, πράξεις και απειλές ακόμη και κατά της ζωής. Το σημαντικότερο όλων δε είναι, πως αυτή η εξαιρετικά αντιδημοκρατική και αντικοινωνική «κουλτούρα» και συμπεριφορά, επενδύθηκε με το μανδύα του προοδευτισμού και της επαναστατικότητας, για να κρύψει το πραγματικό πρόσωπο του συντεχνιακού συμφέροντος. Βαφτίστηκε «κοινωνία» η κάθε συντεχνία, ενώ στην πραγματικότητα οι κοινωνοί καλούνταν να πληρώσουν τα αιτήματα των συντεχνιών, που μόνιμα και σταθερά γίνονταν δεκτά. Οι λέξεις, λοιπόν, έχασαν το νόημά τους και επιλογές με υψηλό κοινωνικό κόστος εμφανίζονταν μέσα σε αυτό το ιδιότυπο «matrix» ως «κοινωνικές κατακτήσεις», ενώ στην πραγματικότητα η χώρα απλά δανειζόταν και αργά ή γρήγορα θα πλήρωνε «τα σπασμένα». Ευθύνες για αυτή την κατάσταση έχουμε όλοι!

Ήρθε, όμως, τώρα η ώρα της πληρωμής αλόγιστων «κατακτήσεων» και αλόγιστων εκλογικών νικών, στη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Το τίμημα είναι πολύ βαρύ. Παρ’ όλα αυτά, οι πολιτικοσυνδικαλιστικές συστοιχίες που αναπτύχθηκαν με βάση το νόμο του «τυφλού τσαμπουκά» και της «ψευδο-αρχής» πως κερδίζει όποιος εκβιάζει πιέζοντας τους άλλους συμπολίτες του (π.χ. με την οικονομική καταστροφή του εμπορίου στο κέντρο της Αθήνας), εξακολουθούν να συμπεριφέρονται σαν να μην συνέβη τίποτα. Ακόμη δηλαδή και σήμερα, που η Ελλάδα αγωνίζεται να μην γονατίσει, εκδηλώνονται αδικαιολόγητες και ακραίες συμπεριφορές, οι οποίες κάποιες φορές στρέφονται ανοικτά και κατά της Δημοκρατίας. Μάλιστα, δεν παραλείφθηκε, ακόμη μία φορά, να ακουστούν έως και αιτήματα για προνομιακή-πελατειακή μονιμοποίηση συμβασιούχων, με την καθολική σχεδόν στήριξη της αντιπολίτευσης. Υπάρχει, όμως, σήμερα μια ποιοτική και ελπιδοφόρος διαφορά. Κάποιες φορές, ακόμη λίγες, η πλειοψηφία δεν παραμένει σιωπηλή, αλλά παίρνει την κατάσταση στα χέρια της. Δημιουργούν εύλογες ελπίδες τα ανοιχτά πανεπιστήμια, τα ανοικτά σχολεία και τα ανοικτά νοσοκομεία, κόντρα στις σκοπιμότητες των αποφάσεων για καταλήψεις, οι γενναίες δημόσιες παρεμβάσεις ορισμένων ανθρώπων του πνεύματος, καθώς και η στάση της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, που αποδοκίμασε ανοιχτά τις απαράδεκτες κινητοποιήσεις του Αυγούστου, οι οποίες στράφηκαν εναντίον του μόχθου των εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων στο τομέα του τουρισμού. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τους πολίτες της Ρόδου που άνοιξαν το λιμάνι με λουλούδια στα χέρια. Οι πολίτες τον Αύγουστο απαίτησαν, κυριολεκτικά, η κυβέρνηση να μην κάνει πίσω -όπως γινόταν τις τελευταίες δεκαετίες- αλλά να εφαρμόσει τις πολιτικές της. Αυτές, συνεπώς, οι περιπτώσεις αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα της αφύπνισης της κοινωνίας και της αλλαγής της νοοτροπίας της. Κι όσο τη θέση του «δεν βαριέσαι» παίρνει η συμμετοχή στην υπεράσπιση του δικαιώματος πχ. για μάθηση, για παροχή υπηρεσιών υγείας και προστασία της δημόσιας υγείας, καθώς και για την ελεύθερη και ανεμπόδιστη κυκλοφορία των ανθρώπων, τόσο οι ελπίδες θα αυξάνονται.

Μια κοινωνία που αγωνιά και αναζητεί δημιουργικές διεξόδους από την κρίση, προφανώς και δεν μπορεί να τα φορτώνει όλα στην αστυνομία και τους εισαγγελείς. Καμιά εισαγγελική ή αστυνομική ενέργεια δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κοινωνική αυτενέργεια. Η μία δραστηριότητα, άλλωστε, συμπληρώνει και στηρίζει την άλλη. Η μεν κοινωνία έχει υποχρέωση να υπερασπιστεί τον εαυτό της από κάθε επιβολή ιδεολογικών, κομματικών ή συντεχνιακών συμφερόντων, οι δε δημοκρατικά νομιμοποιημένες κρατικές λειτουργίες έχουν την υποχρέωση να ανταποκριθούν στο κοινωνικό αίτημα για την τήρηση της νομιμότητας. Δίχως τη στήριξη των πολιτών η λειτουργία του κράτους θα συκοφαντηθεί ως αυταρχική και, πάντως, θα έχει περιορισμένη αποδοτικότητα. Και δίχως το κράτος και τις λειτουργίες του, η κοινωνία των πολιτών δεν θα είχε νόημα, όποια γνώμη κι αν πλειοψηφούσε σε αυτήν.

Η βουβή κοινωνία και οι φορείς των κρατικών λειτουργιών που έκαναν πως δεν βλέπουν, πρέπει να περάσουν οριστικά στο παρελθόν. Η απειλή της οικονομικής χρεωκοπίας ήρθε ως αποτέλεσμα της χρεωκοπίας των όρων πολιτικής και κοινωνικής συμβίωσης, που επιβλήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες και μας έσυραν ως εδώ. Η αυτογνωσία και η αυτοκριτική είναι αναγκαία, αλλά όχι ικανή προϋπόθεση για την αντιστροφή της πορείας. Πρέπει, λοιπόν, να δράσουμε αμέσως.

Σήμερα έχει καταστεί σαφές, πως ή θα βουλιάξουμε όλοι μαζί ή θα σωθούμε όλοι μαζί. Αυτοί που επιδίδονται σε άνομες συμπεριφορές, όποιο άλλοθι κι αν χρησιμοποιούν, στην πραγματικότητα διεκδικούν σωσίβια μόνο για τους εαυτούς τους και λένε σε όλους τους υπόλοιπους να πάνε να πνιγούν. Πως θα χαρακτηριζόταν όποιος τη στιγμή ενός πραγματικού ναυαγίου έκανε κάτι αντίστοιχο; Η απάντηση δεν θέλει δεύτερη σκέψη. Με άλλα λόγια, ο συντεχνιασμός, η δημαγωγία, ο λαϊκισμός κάποιων ΜΜΕ, η ανομία, η κοινωνική ανευθυνότητα και το πατριωτικό έλλειμμα ορισμένων εχόντων και κατεχόντων, που σαρώνουν κάθε έννοια Δικαιοσύνης, δεν είναι απλά εκφράσεις ανευθυνότητας, αλλά προκλητική επίδειξη ανηθικότητας. Και ως πρόκληση τέτοιας μορφής αρχίζουν να αντιμετωπίζονται από μια κοινωνία των πολιτών, που ξαναβρίσκει τη φωνή της, καθώς και από μία συντεταγμένη Δημοκρατία, που ξαναβρίσκει τον αυτοσεβασμό της.

Οι τρεις υπουργοί οι οποίοι υπογράφουμε αυτό το κείμενο, λόγω των αρμοδιοτήτων μας που αφορούν βασικούς τομείς του δημόσιου χώρου, βιώνουμε κάθε μέρα, με μεγάλη ένταση, τα φαινόμενα που εδώ καταγράφουμε. Πάρα πολλές φορές, αλλά και σήμερα, αντιλαμβανόμαστε πως ορισμένοι σπρώχνουν τα πράγματα πέραν των ορίων, για να γίνει μακελειό. Πιστεύοντας, πως η Δημοκρατία δεν θα τολμήσει και, συνεπώς, θα κάνουν και πάλι το δικό τους. Οι Έλληνες πολίτες, όμως, γνωρίζουν πως τα δύο χρόνια που πέρασαν δόθηκαν με επιτυχία μάχες για σοβαρές διαρθρωτικές αλλαγές και για τον περιορισμό της κακοδιοίκησης και της σπατάλης. Οι φορείς των πελατειακών σχέσεων και οι εκπρόσωποι του συντεχνιασμού υποχώρησαν. Η πλειοψηφία των πολιτών στήριξε με ένταση τις αλλαγές που έγιναν και δεν παρασύρθηκε από τους δημαγωγούς. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες σήμερα αποτελούν την πρώτη γενιά μετά τον εμφύλιο πόλεμο, που σηκώνει μόνη της τα βάρη της χώρας και δεν τα μεταφέρει στις επόμενες γενιές. Με άλλες λέξεις, οι σύγχρονοι Έλληνες αντιμετωπίζουν καταπρόσωπα το χρέος και τα ελλείμματα της χώρας.

Κατανοούμε απόλυτα τις τεράστιες αλλαγές στη ζωή του κάθε πολίτη και τα προβλήματα που δημιουργεί η οικονομική κρίση στα δημόσια αγαθά. Παιδεία, Υγεία, Δημόσιες Μεταφορές αποτελούν τον πυρήνα της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, τον οποίο, μέσα στις δραματικές αυτές περιστάσεις, θα πρέπει να υπερασπιστούμε. Δυστυχώς, όμως, για να βγούμε στο κοινωνικό ξέφωτο του μέλλοντος, πρέπει να περάσουμε τις οδύνες του παρόντος. Κοινωνική ευαισθησία σήμερα, σημαίνει να πατήσουμε γκάζι και όχι φρένο, έτσι ώστε να βγούμε το συντομότερο από την κρίση και να επιστρέψουμε στην ευημερία. Οι αναστολές, οι δισταγμοί, οι καθυστερήσεις και οι παλινδρομήσεις τελικά στρέφονται εναντίον των πολιτών. Γιατί κρατούν την κοινωνία και την οικονομία καθηλωμένες στο τέλμα της κρίσης, της ύφεσης και της διευρυνόμενης φτώχειας. Εχθροί της κοινωνίας σήμερα είναι η δημαγωγία, ο λαϊκισμός, η ατιμωρησία, ο συντεχνιασμός, και οι καθυστερήσεις.

Η ελληνική πολιτεία, άρα τόσο το κράτος όσο και η κοινωνία, θα βρει και πάλι τον εαυτό της. Θα καταφέρει να ξαναβρεί αυτό που έχασε, δηλαδή την κλασική για τις προηγμένες χώρες δυνατότητα να συνδυάζονται αρμονικά οι κοινωνικές διαμαρτυρίες και συγκρούσεις, με τη λειτουργία των κλασικών τομέων της κοινωνικής ζωής και του κράτους. Η προσπάθεια, όμως, πρέπει να συνεχιστεί από όλους και με μεγαλύτερη ένταση. Και βέβαια, πέραν από τις αναμφισβήτητες επιτυχίες σε διαρθρωτικές αλλαγές και στο δημοσιονομικό εξορθολογισμό υπήρξαν λάθη, παραλείψεις και κυρίως καθυστερήσεις. Οι καθυστερήσεις αυτές μας ταλαιπώρησαν και δεν υπάρχει πια καμία πολυτέλεια να τις ανεχτούμε. Ο συντεχνιασμός είναι ο αντίπαλος. Όπως αντίπαλοι είναι και όσοι αντιδρούν χλιαρά και για το «θεαθήναι».

Πρέπει να γίνει σαφές σε όλους, πως η Ελλάδα δεν μπορεί να προχωρήσει δίχως Δικαιοσύνη, εξορθολογισμό των δημοσιονομικών της και χωρίς τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Η πορεία προς αυτούς τους στόχους ξεκίνησε και θα ολοκληρωθεί. Τις οδύνες της, βέβαια, κανείς δεν θα μπορέσει να αποφύγει. Άρα, όποιος σήμερα συνεχίζει να σπέρνει ανέμους ή να κάνει πως δεν βλέπει, αύριο θα θερίσει θύελλες και θα σαρωθεί. Η διακοπή της λειτουργίας του κράτους, στις πιο ευαίσθητες πτυχές του, αποτελεί απόπειρα άμεσης επιδείνωσης των συνθηκών και υπονόμευση του αγώνα που διεξάγει η χώρα και οι πολίτες της. Αυτή την ακύρωση του κράτους και των προσπαθειών της χώρας, στις σημερινές τραγικές περιστάσεις, δεν πρέπει να την επιτρέψουμε. Το Έθνος και η Πατρίδα αυτή τη στιγμή έχουν ανάγκη από Πολιτική και Κοινωνική Συμφιλίωση, ταχύτατη υλοποίηση των δεσμεύσεων και των μεταρρυθμίσεων και προστασία της Δημοκρατίας. Ή θα τα κάνουμε όλα μαζί ή μας περιμένει συμφορά.

Ο αγώνας που πρέπει να δώσουμε είναι δύσκολος, πρωτόγνωρος και η διαδρομή θα γίνει σε κακοτράχαλο δρόμο. Οφείλουμε να είμαστε, όμως, όλοι αποφασισμένοι για να σπάσουμε τώρα, χωρίς καμία καθυστέρηση, όλα ή έστω τα περισσότερα μεταπολιτευτικά κακώς κείμενα και, οπωσδήποτε, τις λογικές που φέρνουν την Ελληνική Δημοκρατία να φαίνεται και να είναι αδύναμη. Δεν μας επιτρέπεται να κάνουμε πίσω, δεν έχουμε δικαίωμα να υποχωρούμε. Και σε ό,τι αφορά τις κρίσιμες επόμενες ημέρες, όλα τα μέλη και τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ πρέπει να δώσουμε ενωμένοι τις δύσκολες μάχες τόσο στη Βουλή όσο και στην κοινωνία και με την ενότητά μας αυτή να εξοπλίσουμε τον Πρωθυπουργό, που θα διαπραγματευτεί την τελική και οριστική λύση για τη χώρα μας στο πλαίσιο της Ε.Ε.

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Άρθρο Πρωθυπουργού Γιώργου Α. Παπανδρέου στην εφημερίδα «Η Καθημερινή»


Το ΠΑΣΟΚ γεννήθηκε σε μια ιστορική στιγμή, κατά την οποία η ίδια η Ελληνική κοινωνία, εξερχόμενη από τη σκοτεινή περίοδο της δικτατορίας, διψούσε να γυρίσει σελίδα στην ιστορία της. Ήταν το 1974, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου ένωσε κάτω από ένα νέο πολιτικό φορέα όλες εκείνες τις κοινωνικές δυνάμεις, που επί δεκαετίες είχαν βρεθεί στο περιθώριο της κοινωνικής, της οικονομικής και της πολιτικής ζωής της χώρας.

Οι αξίες, πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε η ίδια η δημιουργία του ΠΑΣΟΚ ήταν και παραμένουν αναλλοίωτες και διαχρονικές: η διεύρυνση και η εμβάθυνση της δημοκρατίας, η απελευθέρωση του πολίτη, η δικαιοσύνη και η ισότητα, η ανθρωποκεντρική προσέγγιση στην πολιτική, η εθνική ανεξαρτησία. Και πάνω απ’ όλα, η βαθιά πίστη ότι ένας λαός μπορεί και δικαιούται να ορίζει την μοίρα του. Ήταν το πάθος για την υπεράσπιση αυτών των αξιών και οι κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις που προέκυψαν, από την συνάντηση στο εσωτερικό του πολλών και δυναμικών ρευμάτων και ιδεών, που μέσα σε 7 μόλις χρόνια κατέστησαν το ΠΑΣΟΚ Κίνημα κοινωνικής πλειοψηφίας.

Στις εκλογές  της 18ης Οκτωβρίου του 1981, το ΠΑΣΟΚ  ανέλαβε για πρώτη φορά τη διακυβέρνηση της χώρας. Από τότε πέρασαν 30 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων η χώρα μας άλλαξε σημαντικά. Η Ελλάδα έγινε για πρώτη φορά μια ανοιχτή κοινωνία, με λιγότερους αποκλεισμούς, με ελευθερία λόγου, με περισσότερα δικαιώματα για τους πολίτες. Πάλεψε, ώστε από υποχείριο ξένων δυνάμεων, να σταθεί με ανεξάρτητη φωνή, να γίνει ισότιμη Ευρωπαϊκή χώρα, να μπει αργότερα στον πυρήνα των Ευρωπαϊκών εξελίξεων με την ένταξη στην ΟΝΕ, να παίξει σημαντικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Παράλληλα, τα τελευταία τριάντα χρόνια, οι ταξικές και γεωγραφικές ανισότητες μειώθηκαν, έγιναν τα πρώτα βήματα για τη δημιουργία και την επέκταση ενός κράτους πρόνοιας.

Όλα αυτά δεν  ήταν καθόλου αυτονόητα πριν από  λίγες δεκαετίες, όταν η χώρα μας  έβγαινε από μια μακρά περίοδο  αναταραχών και εκτροπών, ακόμα και ενός εμφυλίου πολέμου που είχε προηγηθεί. Η πρόοδος και ανάπτυξη που γνώρισε η Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες φέρει ανεξίτηλα το σημάδι της συμβολής του ΠΑΣΟΚ, ενός πολιτικού Κινήματος που άντλησε τη δύναμή του από την ικανότητά του να αλλάζει προσαρμοζόμενο στις εποχές και στις συνθήκες, έτσι ώστε να εκφράζει καλύτερα τις κυρίαρχες προκλήσεις της κάθε εποχής. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι Έλληνες πολίτες το τίμησαν με την εμπιστοσύνη τους κατ’ επανάληψη κατά τις 3 τελευταίες δεκαετίες, με αποτέλεσμα να θεωρείται πια από όλους πολιτικός φορέας με καθοριστική παρουσία και ιδιαίτερο απολογισμό στην πολιτική ζωή της χώρας.

Μιλήσαμε  για λαϊκή κυριαρχία και την  κάναμε πράξη. Μιλήσαμε για κοινωνική  απελευθέρωση, και η Ελλάδα τα χρόνια που ακολούθησαν έγινε για πρώτη φορά μια ανοιχτή κοινωνία, ενώ αντιμετωπίστηκαν αποφασιστικά πάσης φύσης ανισότητες. Μιλήσαμε τότε για τον πατριωτικό μας ρόλο, για την εθνική μας ανεξαρτησία, μια αξία που σήμερα είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Και παλέψαμε ώστε η Ελλάδα να γίνει μια σύγχρονη Ευρωπαϊκή χώρα. Όταν αγωνιζόμασταν για την «Ελλάδα που ανήκει στους Έλληνες» και την κοινωνική αλλαγή στη δεκαετία του ’80 και όταν αγωνιζόμασταν για την «Ελλάδα της Ευρώπης» και τον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας μας, από τις ίδιες αξίες εμπνεόμασταν και τους ίδιους στρατηγικούς στόχους υπηρετούσαμε. Ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές αυτών των δεκαετιών, το 1985 με το πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας και το 1994 με το πρόγραμμα σύγκλισης, εξαντλήσαμε κάθε περιθώριο κοινωνικής δικαιοσύνης προστατεύοντας ταυτόχρονα τη χώρα από το δημοσιονομικό εκτροχιασμό.

Και ένας ειλικρινής απολογισμός των τριών τελευταίων δεκαετιών, δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι και οι δύο φορές  που η ΝΔ κλήθηκε να διαχειριστεί την τύχη της Ελλάδας, σημαδεύτηκαν δυστυχώς από μια σημαντική οπισθοχώρηση στο κοινωνικό και οικονομικό πεδίο καθώς και τη διεθνή θέση της χώρας, τη δεύτερη φορά δε, σε σημείο τέτοιο που η χώρα έφτασε στο χείλος της καταστροφής.

Ωστόσο, θα ήταν ασυγχώρητο λάθος να διαβάσουμε μονόπλευρα την ιστορία, αναδεικνύοντας μόνο τα επιτεύγματα χωρίς την αναγκαία κριτική, και αυτοκριτική, ματιά. Ιδιαίτερα σήμερα, με αφορμή την πρωτοφανή κρίση που βιώνει η πατρίδα μας, και ανεξάρτητα από τις πασιφανείς άμεσες ευθύνες που αναλογούν στην πρόσφατη διακυβέρνηση της ΝΔ, κανείς δεν δικαιούται να μην αναγνωρίσει και τις ευρύτερες ευθύνες των πολιτικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένου του ΠΑΣΟΚ κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Απέναντι  στη σύμφυση και αδιαφάνεια των  ιδιοτελών συμφερόντων, το πολιτικό σύστημα, όταν δεν την καλλιέργησε, αντέδρασε με συμβιβασμούς ή οριακές  βελτιώσεις που ήταν ανεπαρκείς. Πολλές φορές σταθήκαμε αδύναμοι να προχωρήσουμε σε ανατροπές και ρήξεις, καθώς επικράτησε ο συμβιβασμός με συντεχνιακές ομάδες έναντι του γενικού συμφέροντος. Συχνά κυριάρχησε η ενσωμάτωσή μας στις κρατικές και πελατειακές δομές, δηλαδή σε συντηρητικά πρότυπα που μας στέρησαν τη μεταρρυθμιστική μας δυναμική. Οι αντιπροσωπευτικοί μας θεσμοί αποδυναμώθηκαν, επικράτησε η ανομία, η αδιαφάνεια, η γραφειοκρατία, η παραοικονομία, ο κρατισμός, καθώς δεν φροντίσαμε έγκαιρα να ενδυναμώσουμε τον έλεγχο και την συμμετοχή του πολίτη στη δημόσια ζωή της χώρας μας. Δεν προνοήσαμε, επαναπαυθήκαμε με την αδράνεια και τις παλινδρομήσεις και δεν κτίσαμε μια ανταγωνιστική οικονομία, μια ισχυρή παραγωγική βάση, με αποτέλεσμα μια οικονομία σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τον παρασιτισμό και την κατανάλωση. Το κράτος αντί να απελευθερώσει δυνάμεις, εγκλώβισε τη δημιουργία και την ανάπτυξη στη γραφειοκρατία. Χάσαμε τη δυναμική μας, ενώ έπρεπε να σεβαστούμε και να αξιοποιήσουμε σωστά το περιβάλλον μας, τους πόρους μας, και την ιστορική μας κληρονομιά. Επιτρέψαμε την επικράτηση πελατειακών και συντεχνιακών νοοτροπιών που υπέσκαψαν την πρόοδο της χώρας.

Το ΠΑΣΟΚ, ως κατεξοχήν μεταρρυθμιστική και  ριζοσπαστική δύναμη της κοινωνίας  μας που θέλει να πάει η χώρα μπροστά, αναγνώρισε με θάρρος τα προβλήματα αυτά. Γι’ αυτό και σήμερα καλούμαστε όσο ποτέ να επιστρέψουμε στις βασικές μας αξίες και να αφήσουμε οριστικά πίσω μας τα λάθη και τις παθογένειες του παρελθόντος. Το καθήκον αυτό κατέστη ακόμα πιο επιτακτικό από το γεγονός ότι στο ΠΑΣΟΚ έλαχε το καθήκον να βγάλει τη χώρα από τη μεγαλύτερη κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Καλούμαστε να βγάλουμε την Ελλάδα από το αδιέξοδο, από μια εθνικά και κοινωνικά επώδυνη οικονομική εξάρτηση, έτσι ώστε η χώρα να σταθεί και πάλι στα πόδια της, αυτόνομη και ανεξάρτητη. Αξιοποιώντας πάντα τα δικά μας συγκριτικά πλεονεκτήματα. Και αυτό συνεπάγεται να συγκρουστούμε με στρεβλές νοοτροπίες, με συντεχνίες και συμφέροντα, ακόμα και με αυτά που στο παρελθόν επιτρέψαμε εμείς οι ίδιοι να επικρατήσουν σε βάρος του συνόλου, ώστε να χτίσουμε μια εύρωστη, παραγωγική και δημιουργική οικονομία, με ίσες ευκαιρίες και δικαιώματα για όλους τους πολίτες.

Όλα αυτά απαιτούν αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Η  οριακή κατάσταση στην οποία βρέθηκε  η χώρα συνεπάγεται δυστυχώς και  πολλές θυσίες από όλους, αλλά και  σύγκρουση με κάθε αναχρονιστική  δύναμη που επιθυμεί για τους δικούς της λόγους να κρατήσει την Ελλάδα πίσω.  Απαιτείται παράλληλα ν’ αλλάξουμε τον ίδιο τον τρόπο που ασκούνταν επί πολλά χρόνια η πολιτική στη χώρα μας. Να αντιμετωπίσουμε τους πολίτες ως ισότιμους και υπεύθυνους συνομιλητές μας και όχι ως «πελάτες», τους οποίους επιχειρούμε να οδηγήσουμε στην επόμενη κάλπη με το ψηφοδέλτιό μας στο χέρι, τάζοντας θέσεις, υποσχόμενοι ανύπαρκτους παραδείσους στους οποίους θα φτάσουμε χωρίς προσπάθεια, επιτρέποντας στις συντεχνίες και στη διαπλοκή για άλλη μια φορά να επικρατήσουν, σε βάρος τελικά όλων μας, ολόκληρης της χώρας.

Το ΠΑΣΟΚ  σήμερα, 37 χρόνια μετά την ίδρυσή του  και 30 χρόνια μετά την πρώτη εκλογική νίκη του, μπορεί και κάνει την  αυτοκριτική του, έχει το θάρρος να αλλάζει συνεχώς, κρατώντας αναλλοίωτο τον πυρήνα των αξιών του και των θεμελιακών αρχών του στη νέα εποχή που ξεκίνησε μετά το οριστικό τέλος της Μεταπολίτευσης. Συγκρουόμαστε με αντιλήψεις και πρακτικές, καθώς και με όσους ψάχνουν άλλοθι για να μην αλλάξει τίποτα,  αποκρούοντας τις συντηρητικές λογικές πίσω από τα δήθεν επαναστατικά συνθήματα, που εξακολουθεί να υιοθετεί ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.

Και σήμερα η Ελλάδα θα τα καταφέρει να αλλάξει, να ξεπεράσει την κρίση και  να μετατραπεί σε μια χώρα καλύτερη, σε μια κοινωνία δικαιοσύνης, σε μια οικονομία παραγωγική. Και είμαστε εδώ για να ολοκληρώσουμε αυτή την προσπάθεια όλοι μαζί, όσο κι αν πρέπει να παλέψουμε, να δουλέψουμε, να επιμείνουμε, να αντέξουμε. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε πάλι τον τροχό ή την πυρίτιδα. Απαιτείται συνέπεια στις αρχές και τις αξίες μας. Να γίνουμε εμείς πρώτοι οι φορείς των αλλαγών που θέλουμε. Των αλλαγών που έχει ανάγκη η πατρίδα και θέλουν οι πολίτες. Αν δεν το κάνουμε εμείς, θα χρειαστεί να το κάνουν κάποιοι άλλοι πολύ αργότερα. Αλλά δυστυχώς θα έχει μεσολαβήσει μια μεγάλη εθνική καταστροφή και κυρίως μια τεράστια χαμένη ευκαιρία. Και αυτό δεν θα το επιτρέψουμε.


http://www.primeminister.gov.gr/2011/10/16/6724


http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_2_16/10/2011_459612

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Λάκης, ο λαϊκιστής


Του Ηλία Κανέλλη
Πριν από μερικές ημέρες, με πήρε στο τηλέφωνο ένα φιλικό μου πρόσωπο. Είχα καιρό να ακούσω νέα του, χάρηκα με τη συνομιλία μας, δώσαμε υποσχέσεις να συναντηθούμε σύντομα από κοντά και, πριν κλείσουμε τη συνομιλία μας, με ρώτησε ποιος με έβαλε να γράψω ένα αρνητικό κείμενο για τον Λάκη Λαζόπουλο –κείμενο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα όπου εργάζομαι. Ξαφνιάστηκα, διότι το φιλικό μου αυτό πρόσωπο ξέρει καλά ότι δεν υπάρχει περίπτωση να με βάλει κανείς να γράψω οτιδήποτε επί παραγγελία ενώ, αν είχε διαβάσει καλά το επίμαχο κείμενο, θα είχε διαγνώσει ότι είναι υπαγορευμένο από μια βαθιά ανάγκη ξεκαθαρίσματος των πραγμάτων – και όταν έχω αυτή την ανάγκη μπορώ να βάζω τη διασκέδαση πάνω κι απ’ τη δουλειά. Και για μένα, το κείμενο εκείνο ήταν διασκέδαση. Στην ίδια συνομιλία, μου επισημάνθηκε ότι και άλλα επικριτικά κείμενα είχαν γραφεί στην ίδια εφημερίδα για τον Λαζόπουλο, πράγμα που μοιάζει με ενορχηστρωμένη επίθεση. Απάντησα ότι δεν υπάρχει πιο φυσικό πράγμα, να ενοχλούνται περισσότερο του ενός αρθρογράφοι ή κριτικοί από τις επιδόσεις του τηλαυγούς αστέρος κι ότι, όταν κάποιος ενοχλείται από τη δημόσια συμπεριφορά ή, περισσότερο, από το έργο ενός καλλιτέχνη που εκφράζεται από το μαζικότερο μέσο των ημερών, την τηλεόραση, είναι φυσικό να θέλει να εκφράσει δημόσια την ενόχλησή του ή, ακόμα περισσότερο, να εξηγήσει τους λόγους αυτής της ενόχλησης. Αναρωτήθηκα επίσης πώς είναι δυνατόν ένας καλλιτέχνης που χρησιμοποιεί τη φόρμα της τηλεοπτικής επιθεώρησης και αφοριστικά συνήθως περιλούζει πολιτικά και τηλεοπτικά πρόσωπα να θεωρεί ότι ο ίδιος θα βρίσκεται εσαεί εκτός κριτικής. 

Εκτός αν πιστεύει ότι αρκεί να μιλάς στο όνομα του λαού για να καταξιωθείς – διότι, ώς τώρα, έτσι κάνει, μιλάει στο όνομα του λαού. Είναι ασφαλής τρόπος αν κολακεύεις αδαείς, πρόσωπα που μαγεύονται από τη δημόσια φήμη σου, από την επιρροή σου, από τη διασημότητά σου. Αλλά, ως γνωστόν, τηλεόραση βλέπουν και άλλοι, που δεν αρκούνται στην επιφανειακή ανάγνωση των θεμάτων, στις κραυγές, στο ανακάτεμα της σοβαρής πλευράς της ζωής με την επιπόλαιη του τηλεοπτικού trash και της κοινοτοπίας. Κι αλίμονό τους, κάποιες φορές μπορεί να χρειαστεί, για να διαπιστώσουν την ταυτότητα της κριτικής ενός πολιτικού-σατιρικού σόου, όπως θέλει να είναι το Αλ-Τσαντίρι News, να δουν ολόκληρη μια εκπομπή του Λαζόπουλου. Αν σε αυτές τις περιπτώσεις η δουλειά δεν ήταν διασκέδαση, οι εργοδότες θα έπρεπε να πληρώνουν επίδομα βαρέος και ανθυγιεινού στον ταλαίπωρο που υφίσταται αυτή τη δοκιμασία.
Προσωπικώς, πάντως, δεν υπάρχει θέμα. Ακόμα κι αν χρειάζεται το απόθεμα μαζοχισμού που μου έχει απομείνει, συνεχίζω να θεωρώ ένα κομμάτι της δουλειάς διασκέδαση. Γι’ αυτό και η προσπάθεια ανάλυσης που ακολουθεί – έστω κι αν χρειάστηκε να ξαναφρεσκάρω, στο γρήγορο, μερικές παλιότερες εκπομπές του Λαζόπουλου, που τις έχω σε DVD, προσφορά του Ελεύθερου Τύπου της Γιάννας Αγγελοπούλου – και, το χειρότερο, να παρακολουθήσω ολόκληρη μια πρόσφατη εκπομπή του, αυτή της Τρίτης 5 Οκτωβρίου, πράγμα που υπό κανονικές συνθήκες για έναν κανονικό θεατή είναι αφόρητο.

«ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΚΑΤΟΧΗ»
Η επίσημη πρεμιέρα της εκπομπής του Λαζόπουλου, που επέστρεψε και φέτος στο τηλεοπτικό κανάλι Alpha, έγινε την Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου. Εκεί, μεταξύ άλλων, υπερασπίστηκε και την κοινωνική ομάδα των ιδιοκτητών φορτηγών Δ.Χ., που συγκρουόταν εκείνο το διάστημα με την κυβέρνηση. Οι φορτηγατζήδες αρνούνταν να δεχτούν την επιβεβλημένη από τα πράγματα μεταρρύθμιση του «ανοίγματος» του επαγγέλματός τους (όμοια με άλλα επαγγέλματα που η ελληνική κυβέρνηση έχει δεσμευτεί για το άνοιγμά τους στο Μνημόνιο που υπέγραψε με την «τρόικα», Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), ήθελαν να συνεχίσουν να απολαμβάνουν την εργασιακή προστασία που θα ισοδυναμούσε με τη διατήρηση του μονοπωλιακού προνομίου στις εμπορευματικές μεταφορές εντός της χώρας – ενός προνομίου που, κατά τεκμήριον, εκτός των άλλων, αυξάνει το κόστος των μεταφορών, το οποίο μετακυλίεται στις τιμές των προϊόντων. Αυτή τη μικρή λεπτομέρεια, ο Λαζόπουλος την αγνόησε παντελώς, θα ήταν ανασταλτική του «κοφτερού» του λόγου, του επικριτικού πνεύματός του, της οπτικής γωνίας την οποία έχει επιλέξει για να ασκήσει την περίφημη σάτιρά του.
Επιλεγμένη οπτική γωνία: αυτό είναι το χαρακτηριστικό των εκπομπών του Λαζόπουλου. Είναι η γωνία του μονίμως διαμαρτυρόμενου Έλληνα, του φοβικού προς οποιαδήποτε πρόκληση, του κλειστού στο καβούκι ενός απομονωμένου έθνους-κράτους που διεκδικεί από την πολιτεία να τον φροντίζει όπως οι γονείς τα ανήλικα. Η γωνία του πιο φοβικού συντηρητισμού απέναντι σε οποιαδήποτε νεωτερικότητα. Ανέκαθεν ήταν αυτό ακριβώς – στις κάθε φορά παραλλαγές, σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής και τα προβλήματα που κάθε φορά κυριαρχούσαν. Βλάχος, προέκταση του Τραμπάκουλα που είχε λανσάρει ο Χάρρυ Κλυνν στα τέλη της δεκαετίας του 1970, στις επιθεωρήσεις του Θεσσαλικού Θεάτρου· Μήτσοςx10 αργότερα στην τηλεόραση, ιδεότυπος ενός, πάντα του ίδιου, μικροαστικού μοντέλου· ο πατέρας του λαού στο Αλ-Τσαντίρι News, που φωνάζει για λογαριασμό «του καθημερινού ανθρώπου».
Τι λέει; Το ίδιο, μονότονο τροπάριο, χρόνια τώρα. Την εφετζίδικη, μεταμφιεσμένη σε θέαμα, μονότονη διακήρυξη των εθναμυντόρων, περί της μοναδικότητος του έθνους. Στη βάση των κηρυγμάτων του (περί κηρυγμάτων πρόκειται και όχι περί κριτικής) εκφράζει όλες τις φωνές που διεκδίκησαν την εθνική απομόνωση: το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» του ΚΚΕ και του αρχαϊκού ΠΑΣΟΚ, το «είμαστε έθνος ανάδελφον» του Προέδρου Χρήστου Σαρτζετάκη, το ανάθεμα κατά του «état laïque» των ιεραρχών την εποχή της «μάχης για τις ταυτότητες»,3 τον ανακλαστικό αντιευρωπαϊσμό του Αλέξη Τσίπρα.
Όλος αυτός ο συσσωρευμένος αναδελφισμός εκφράζεται στη στάση του Λάκη Λαζόπουλου απέναντι στην Ευρώπη4. Και γι’ αυτόν, στη συγκυρία, Ευρώπη ίσον Μνημόνιο. Στη δεύτερη εκπομπή της φετινής σεζόν, στις 5 Οκτωβρίου, όταν του είχε φύγει το άγχος και πλέον αισθανόταν άνετα, όπως εξομολογήθηκε στο κοινό του, επινόησε και την ορολογία: το Μνημόνιο, κατά τον Λάκη Λαζόπουλο, είναι «μοντέρνα Κατοχή».
ΜΑΝΙΧΑΪΣΜΟΣ
Ο Λαζόπουλος, όπως πολλοί απ’ όσους συζητούν για το Μνημόνιο στην Ελλάδα, παραβλέπουν την πραγματικότητα. Δεν συζητούν για το έλλειμμα, το χρέος, τις συνθήκες που τα δημιούργησαν, δεν αναφέρονται στον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκε στρεβλά, με δανεικά, η χώρα, κάνουν ότι δεν ξέρουν πως το πολιτικό σύστημα ευνοεί τις πελατειακές σχέσεις με τον πολίτη που, στην εφαρμογή τους, συνέβαλαν στο γιγαντιαίο, διεφθαρμένο, κοστοβόρο και εχθρικό στον πολίτη Δημόσιο… Δεν κάνουν καν τον κόπο να σκεφτούν ποιες εναλλακτικές λύσεις είχε η χώρα εκτός αυτής που επελέγη.5 Αντί της πραγματικότητας, λοιπόν, που είναι οδυνηρή, επιλέγουν εκ του ασφαλούς μια μαξιμαλιστική κριτική που οδηγεί κατευθείαν στον αναδελφισμό, αλλά έχει το προνόμιο ότι τροφοδοτεί με εύκολη αντιπολιτευτική και αντιευρωπαϊκή ρητορεία όσους την επιλέγουν. Κι είναι πολλοί αυτοί. Από την Αλέκα Παπαρήγα μέχρι τον Αντώνη Σαμαρά. Κι από τον Γιώργο Αυτιά, τον δημοσιογράφο που στην πρωινή ζώνη της τηλεόρασης χαϊδεύει τα αυτιά των συνταξιούχων, μέχρι τον συνάδελφό του Γιώργο Δελαστίκ, παλαιό στέλεχος του ΝΑΡ και το πάλαι ποτέ αρθρογράφο της Καθημερινής.
Είναι οι βασικοί συζητητές του Λαζόπουλου, οι «θεωρητικοί» του, είτε «τα λένε» οι ίδιοι μέσω αποσπασμάτων βίντεο είτε ο Λαζόπουλος μέσω της αναπαραγωγής κειμένων τους. Στην εκπομπή της 5ης Οκτωβρίου, ήταν (σχεδόν) τα μοναδικά πρόσωπα με πολιτικό λόγο στα οποία έγινε θετική αναφορά (θετική αναφορά έγινε και στον Αλέξη Τσίπρα)6. Κατά τα άλλα, απέναντι στον μεγάλο δημοσιογράφο Γιώργο Αυτιά (και στο πυρ το εξώτερον) τέθηκαν ο Γιώργος Παπανδρέου, η «συγκυβέρνηση» Ντόρα + Καρατζαφέρης + Κουβέλης7, ο Πάγκαλος («που είναι χοντρός», για να συγγενέψει, προφανώς, η σάτιρα των εξωτερικών χαρακτηριστικών ενός πολιτικού με του Αριστοφάνη, του οποίου ο Λαζόπουλος είναι κατευθείαν απόγονος) και, βέβαια, πάντα ο Σημίτης («ο άνθρωπος που μας έβαλε στην ΟΝΕ»). Ιδίως ο Καρατζαφέρης παρουσιάστηκε, σε ένα κρεσέντο πολιτικής οξυδέρκειας και διεισδυτικότητας, ως «το ακροδεξιό χέρι του τέως σοσιαλιστικού ΠΑΣΟΚ».
Ο μονοδιάστατος χαρακτήρας της πολιτικής σάτιρας του Λαζόπουλου είναι εντυπωσιακός. Στον κόσμο του, τα πρόσωπα χωρίζονται σε καλούς και κακούς. Καλοί είναι όσοι εχθρεύονται την Ευρώπη, το Μνημόνιο, το ΠΑΣΟΚ. Κακοί είναι όλοι οι υπόλοιποι. Το Αλ-Τσαντίρι News πρέπει να είναι μια από τις τελευταίες μυθοπλασίες που προσφεύγει στον απόλυτο μανιχαϊσμό για να διεκδικήσει την ταύτιση των θεατών της. Για τις ανάγκες του μανιχαϊσμού αυτού, ο Γιώργος Αυτιάς μεταμφιέζεται σε πραγματικό «παιδί του λαού» και η εκπομπή του με θέμα την κλοπή μιας κατσαρόλας με στιφάδο την ώρα του μαγειρέματος (!) μετατρέπεται σε σύμβολο του αντιμνημονιακού αγώνα: στο εξής, εδώ που έχουμε φτάσει, έτσι που οι άνθρωποι πεινάνε, «θα μαγειρεύουν με σεκιούριτι».
Δεν είναι τυχαία η αναφορά στον Γιώργο Αυτιά, η αναγόρευσή του από τον Λαζόπουλο σε βασική πηγή της εκπομπής του. Είναι η εγγύηση της λαϊκότητας, η πηγή της έμπνευσης των σατιρικών κειμένων που ο Λαζόπουλος επινοεί. Πού αλλού εκτός από την εκπομπή του Αυτιά θα ακούγονταν με κύρος αυθεντίας φράσεις του τύπου «βάλτε έναν φυλακή», χωρίς μια στοιχειώδη ανάλυση για το πώς το κοινοβουλευτικό σύστημα μέσω των ρυθμίσεων και των παραγραφών που ορίζει έχει εξασφαλίσει ουσιαστικά το ακαταδίωκτο πολιτικών που συνέπραξαν σε σκάνδαλα ; Ποιο άλλο κοινό θα ανεχόταν χωρίς να αλλάξει κανάλι προσαρμογές πολυφορεμένων ανεκδότων τύπου «Το πήδημα του Μνημονίου» (το «πήδημα» «Τροϊκά» σε «ανακουφίστρα», που στο τέλος δεν παίρνει δεκάρα για τις υπηρεσίες της); Πώς είναι δυνατόν να θεωρείται ασεβές χιούμορ σε φράσεις τύπου «το αγγούρι κάνει καλό σε πάρα πολλά πράγματα, ενώ τα κολοκυθάκια θα σε καλύψουν προσωρινά μέχρι να βρεθεί το αγγούρι»; Και πώς μπορούν να λειτουργούν ως σατιρικό υλικό συνεχή ανέκδοτα με κλανιές;

ΟΛΑ ΜΕ ΟΛΑ
Γνωρίζοντας, πάντως, ότι η βάση του κοινού του είναι τα λαϊκά στρώματα, ο Λαζόπουλος προσαρμόζει την εκπομπή του στις προσλαμβάνουσες του κοινού του. Ενός κοινού χωρίς ιδιαίτερη πολιτική κουλτούρα, ποδηγετημένου από τα ΜΜΕ και από την πελατειακή αντίληψη της πολιτικής. Γι’ αυτό το κοινό χρειάζεται «ανάσες» χαβαλέ, έστω και επενδυμένου με ηθικοπλαστικά συνθήματα. Ο χαβαλές αυτός αφθονεί στην τηλεόραση κι είναι τσάμπα – κι αυτό εξυπηρετεί την παραγωγή εκπομπών όπως αυτή του Λαζόπουλου.
Η Μενεγάκη, η Αννίτα Πάνια, η τραγουδίστρια Μαντώ, η Τατιάνα Στεφανίδου, τα είδωλα της πιο λαϊκής τηλεόρασης εξυπηρετούν γάντι αυτό που ο Λαζόπουλος εννοεί χαβαλέ. Τα στιγμιότυπα με κωμικές προεκτάσεις από εκπροσώπους αυτού του τύπου της λαϊκής και δημοφιλούς τηλεόρασης, που διανθίζουν την εκπομπή του, χρησιμεύουν μεν σαν ανάσες από την υπερβολική δόση πολιτικολογίας, ωστόσο κι αυτές ακόμα είναι σχολιασμένες με υπερβολική δόση ηθικολογίας. Θα αναρωτηθεί κανείς: μα είναι δυνατόν να ηθικολογεί κανείς με την τραγουδίστρια Μαντώ; Κι όμως. Έτσι μόνο μπορεί να ξεχωρίσει ο Λαζόπουλος. Απαξιώνοντας στο κατεξοχήν κοινό της τηλεόρασης τα είδωλά του ως φτηνά, κρατώντας για τον εαυτό του το ρόλο του ακριβού.
Και έτσι, ως τιμαλφές, μπορεί να επιστρέφει στην πολιτική. Έχοντας αντλήσει κύρος από τη σύγκριση του εαυτού του με την τηλεοπτική υποκουλτούρα μπορεί με όλη του την άνεση, βγαίνοντας από μια αίθουσα μασάζ, να στήνει εκτελεστικά αποσπάσματα στο Νέο Γουδί. Κι ύστερα, πάλι, αφού έχει πια φαντασιωθεί την εκδίκηση του αγανακτισμένου Έλληνα από τον πολιτικό που δεν στέκεται στο ύψος του, μπορεί να ασχοληθεί με όλη του την άνεση με το άλλο αγαπημένο θέμα των ανυπότακτων Ελλήνων: την άρνηση να συμμορφωθούν με την απαγόρευση του καπνίσματος. Γιατί; Απλούστατα, επειδή «ο Έλληνας όταν έχει προβλήματα ανάβει τσιγάρο».
Είπαμε: είμεθα έθνος ανάδελφον.
Ίσως γι’ αυτό, αν και όχι ιδιαίτερα εκδηλωτικά, ψιλοαβαντάρουμε τον Σαμαρά8. Όχι ανοιχτά, μην καρφωθούμε – αλλά πάλι όταν ο Σαμαράς αναρωτιέται μήπως ό,τι έχει ετοιμαστεί στη γαλάζια μας χώρα από τους κακούς Δυτικούς της Τρόικας ίσως είναι προανάκρουσμα «κάτι ακόμα πιο ολέθριου», ο Λαζόπουλος αρπάζει τη διατύπωση και αφήνει να επικρέμαται πάνω από το κοινό του και μια υπόνοια θεωρίας συνωμοσίας. Σ’ αυτό το παστίς λαϊκότητας προς τα κάτω, η συνωμοσιολογία συγκαταλέγεται στα θεμιτά μέσα εντυπωσιασμού του κοινού, ήδη γαλουχημένου να μη φέρνει αντιρρήσεις στην καταστροφολογία...

το πλήρες άρθρο ΕΔΩ:

http://www.booksjournal.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=69%3A2010-12-11-09-41-38&catid=40&Itemid=62

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Με ξένα κόλλυβα



Παλιά η πρακτική ήταν η εξής: σου έλεγαν την τιμή για αγορά προϊόντος ή παροχή υπηρεσίας, ζήταγες έκπτωση και σου αντιπρότειναν την τιμή χωρίς ΦΠΑ, δηλαδή χωρίς απόδειξη. (the second best!)

Πλέον η καθιερωμένη πρακτική είναι να σου λένε απλώς την τιμή δίχως τον ΦΠΑ. Κι αν ζητήσεις απόδειξη, αφού πρώτα σε κοιτάξουν υποτιμητικά και σε ρωτήσουν «τι την θέλεις;» για να απαντήσεις εσύ «συλλέγω αποδείξεις, νέο χόμπι!», σου ανταπαντούν «είναι συν το 23% του ΦΠΑ». Κι αν αντιδράσεις και πεις «ρε φίλε, γιατί δεν μου το είπες από την αρχή;» εισπράττεις ποικίλες απαντήσεις: από το «εγώ να σε βοηθήσω θέλω» και το «σου έκανα φιλική τιμή και παραπονιέσαι;» μέχρι το «και γιατί να τους πληρώνουμε αυτούς;».

Αυτό το τελευταίο το «και γιατί να τους πληρώνουμε;» είναι ιδιαιτέρως διαδεδομένο στα ταξί καθώς μέρα με τη μέρα πληθαίνουν οι οδηγοί που δεν ανοίγουν το ταξίμετρο. Αν τολμήσεις και το επισημάνεις σου λένε στην καλύτερη και πιο σπάνια περίπτωση «αχ το ξέχασα!» και στη χειρότερη και πιο διαδεδομένη, αφού σε ‘‘κόψουν’’ από πάνω ως κάτω με βλέμμα γεμάτο απέχθεια: «και γιατί να τους πληρώνουμε, μαντάμ;».

Ομοίως, στα ΜΜΜ, δεν είναι λίγες οι φορές που θα εισπράξεις το άγριο βλέμμα του συνοδοιπόρου σου όταν κοντοσταθείς για να ακυρώσεις το εισιτήριο καθώς και το μέσα από τα δόντια άκουσμα της ίδιας φράσης: «τι τους πληρώνεις ρε;»

Για τις ταβέρνες, εστιατόρια, καφέ και μπαράκια, η κατάσταση ήταν και εξακολουθεί η ίδια: μην την είδατε την αποδειξούλα… Είτε θα σου φέρουν το χαρτί παραγγελίας είτε μια κάποια απόδειξη με μέρος του ποσού. Κι αν επιμείνεις… θα σου κάνουν τη «φιλική τιμή».

Βέβαια, τι να κάνει και ο απλός πολίτης όταν πρόεδρος κοινοβουλευτικού κόμματος καλεί τα στελέχη του να μην πληρώσουν το φόρο ιδιοκτησίας και αντί αυτού δηλώνει ότι θα δώσει τα χρήματα στον ΚΕΘΕΑ! Διότι αν ήθελε να στηρίξει τον ΚΕΘΕΑ (που σαφώς πρέπει να υποστηριχθεί και από το κράτος αλλά κι από ιδιώτες) θα έδινε το μισθό του κι όχι το φόρο. Δηλαδή θα έδινε τα δικά του χρήματα κι όχι τα δικά μας. Μιας και στην πραγματικότητα ελάχιστα διαφέρει η προσφορά αυτή του πρόεδρου από τον εργαζόμενο που σου τάζει έκπτωση και απλώς σου κόβει το ΦΠΑ, λες κι ήτανε δικός του. Με ξένα κόλλυβα… όσα μνημόσυνα θέλετε. 

Φυσικά η όποια συζήτηση μετά την αφοπλιστική ερώτηση «και γιατί να τους πληρώνουμε αυτούς;» διακόπτεται βιαίως διότι είναι ανώφελο να αρχίσεις να εξηγείς ότι οι «αυτοί» είμαστε οι «εμείς», κι ότι αν δεν πληρώνουμε φόρους το κράτος δεν θα έχει έσοδα για μισθούς, συντάξεις αλλά και για το δημόσιο αγαθό, κ.α Εξάλλου, η συζήτηση αυτή πάντα καταλήγει στο: «είσαι με τους προδότες του έθνους ε;» Α ναι, η απαίτηση για απόδειξη έχει εσχάτως ταυτιστεί με εθνική προδοσία.Βέβαια, ο αυτοαπασχολούμενος έχει ένα δίκιο το οποίο αποδίδεται με την απλή απάντηση που εισπράττουν όσοι εμπλέκονται στις συζητήσεις περί αποδείξεων: «αν σου ζήταγα τον ΦΠΑ θα πήγαινες στον άλλο που δεν θα ζήταγε το φόρο». Πράγματι. Γι’ αυτό και είναι στο χέρι μας, στο χέρι του καταναλωτή να αλλάξει αυτή η κατάσταση αρκεί να γίνει αντιληπτό ότι εδώ που φτάσαμε δεν έχει πιο κάτω και ότι για να αρχίσει να αντιστρέφεται το κλίμα και ο ζόφος πρέπει να κάνουμε όλοι μαζί αυτή τη μεγάλη προσπάθεια. Εξάλλου είναι γνωστό ότι όποιος κάνει με ξένα κόλλυβα μνημόσυνο, δεν μας φέρνει παρά λίγο ακόμα πιο κοντά στο δικό μας μνημόσυνο... της χώρας μας, του γείτονά μας, του εαυτού μας.

Γιατί εκτός όλων των άλλων κινδυνεύει να συμβεί και κάτι ακόμα σε αυτή τη χώρα: να χωριστούμε σε αυτούς που είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και σε αυτούς που δεν είναι… και από τέτοιου είδους συρράξεις, αρκετά έχουμε υποφέρει. 

Οι «αυτοί» είμαστε «εμείς».