Πάμε!

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2015

Τα στρέμματα της Εκκλησίας



του Φιλοκτήτη Διακομανώλη
Ο διαχωρισμός κράτους και εκκλησίας αποτελεί ένα πολύ παλιό αίτημα αλλά και ταυτόχρονα, ένα διαχρονικό ταμπού. Δεν πρόκειται, βέβαια, για μια διοικητική διευθέτηση, αλλά για μια βαθιά τομή με πολιτικές και οικονομικές παραμέτρους. Όποιος το διανοήθηκε έμεινε είτε στις σκέψεις είτε στα μισά της διαδρομής, αφού η παντοδυναμία της εκκλησίας αποτελεί πάντα μια εν δυνάμει πολιτική απειλή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της παντοδυναμίας της εκκλησίας αποτελεί η αδυναμία του πολιτικά κραταιού, τότε (1987), Ανδρέα Παπανδρέου να πετύχει τον διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας. Ο τότε υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Αντώνης Τρίτσης, πήρε το πράσινο φως και έφερε το Ν. 1700/87, τον οποίο και υπερψήφισε η Βουλή. Ε και λοιπόν; Ο Ανδρέας Παπανδρέου δέχθηκε τόσο καταιγιστικές πιέσεις που αναγκάστηκε να υπαναχωρήσει και να καταχωνιάσει τον νόμο στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Ένα τέτοιο εγχείρημα, με το μαχαίρι βαθιά μέχρι το κόκκαλο, μόνο μια καθαρόαιμη αριστερή κυβέρνηση θα μπορούσε να αποτολμήσει. Κάτι τέτοιο βρίσκεται και στο πολιτικά προοδευτικό της προφίλ, αλλά και στο ιδεολογικό της DNA. Η τρέχουσα πολιτική και οικονομική συγκυρία ίσως θα πρέπει να αναδειχθεί σε ιστορική στιγμή για τον εξορθολογισμό της σχέσης κράτους και εκκλησίας, που πέρα από τις κοινωνικοπολιτικές του διαστάσεις, ως θέμα, περικλείει και σοβαρές οικονομικές παραμέτρους.

Σύμφωνα με διεθνή στατιστικά στοιχεία, το 80% περίπου του παγκόσμιου πληθυσμού θρησκεύεται. Η θρησκευτικότητα των λαών διαφέρει από χώρα σε χώρα και καθορίζεται από πολιτισμικά στοιχεία, αλλά και από τα γενικότερα ποιοτικά χαρακτηριστικά των λαών. Δεν λείπουν, βέβαια, και οι ειδικές παράμετροι που συνδέονται με τις πολιτικές και συναισθηματικές συγκυρίες της ιστορίας των κοινωνιών. Παράμετροι δηλαδή που αγγίζουν περισσότερο το θυμικό παρά τη λογική επεξεργασία των μελών μιας κοινωνίας.

Στην Ελλάδα τα ποσοστά των πιστών βρίσκονται στα υψηλότερα ευρωπαϊκά επίπεδα, με μια τεράστια διαφορά θρησκευτικότητας από τη Γαλλία (τριάντα ποσοστιαίων μονάδων) που βρίσκεται στα χαμηλότερα ποσοστά της κατάταξης. Οι εκφραστές της θρησκείας είναι οι εκκλησίες και οι διαχειριστές των εκκλησιών είναι τα ιερατεία. Ανέκαθεν τα ιερατεία χαρακτηρίζονταν για τη διαχρονικότητά τους, την ιδεολογική σύμπνοια και για την μακρόπνοη στρατηγική τους. Αυτές οι ιδιότητες επέτρεπαν πάντα στα ιερατεία να κηδεμονεύουν τους λαούς και κατά συνέπεια να ελέγχουν και τις πολιτικές ηγεσίες.

Σε αντίθεση με τα χαρακτηριστικά αυτά των ιερατείων, το πολιτικό προσωπικό των κυβερνήσεων δεν συγκροτεί ποτέ μια διαχρονική και ομοιογενή ομάδα εξουσίας. Τα πολιτικά πρόσωπα, ως πρόσωπα, σε αντίθεση με τα ιερατεία, βρίσκονται στο προσκήνιο της εξουσίας για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Επιπρόσθετα, λειτουργούν υπό το βάρος των κομματικών στρατηγικών, αλλά και της «δαμοκλείου σπάθης» του πολιτικού κόστους.

Εξάλλου, από την παραπάνω στατιστική διαπίστωση δεν εξαιρείται το πολιτικό προσωπικό, οπότε ένα μεγάλο ποσοστό των κυβερνητικών παραγόντων θρησκεύεται και εξαρτάται τόσο πολιτικά όσο και συναισθηματικά από τις θρησκευτικές και ιερατικές επιρροές. Έτσι λοιπόν και η σαρξ και το πνεύμα αδυνατούν ν’ αντιπαρατεθούν με τη θρησκεία.

Η θρησκεία συνεπάγεται ένα τεράστιο κρατικό κόστος για τη λειτουργία της. Παρά ταύτα, το γεγονός της εξαθλίωσης της οικονομίας και των εκατομμυρίων δοκιμαζόμενων πολιτών δεν ενθάρρυνε –μέχρι σήμερα- τους κυβερνώντες να βάλουν χέρι στα ιερατικά ταμεία σε αντίθεση με τις χερούκλες που άπλωσαν σε κάθε άλλο κοσμικό οργανισμό.

Ωστόσο, δεν είναι μόνο το άμεσο λειτουργικό κόστος της θρησκείας που αποτελεί αντικείμενο μελέτης και επαναπροσδιορισμού. Η ταμπακέρα είναι η τεράστια εκκλησιαστική περιουσία που παραμένει ανεκμετάλλευτη, τη στιγμή, μάλιστα, που θα μπορούσε να αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης και να επιλύσει προβλήματα φτώχειας και ανέχειας σ’ ένα μεγάλο και οικονομικά δοκιμαζόμενο κομμάτι της κοινωνίας.

Η έκταση της εκκλησιαστικής γης εκτιμάται σε 1.700.000 στρέμματα, αμφισβητούμενο και προς τα πάνω και προς τα κάτω. Ωστόσο, αν λάβουμε υπόψη μας τις προσφυγές στα ευρωπαϊκά δικαστήρια πέντε μοναστηριών ενάντια στο νόμο Τρίτση, θα διαπιστώσουμε ότι η εκκλησία αποτιμούσε, τότε, τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία στο απίστευτο ποσό των 8 τρισ. δραχμών, δηλαδή πάνω από 22 δισ. ευρώ. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε συμβιβαστικά και επιδίκασε το ποσό των 3 τρισ. δραχμών, δηλαδή ποσό πάνω από 8 δισ. ευρώ.

Πριν από είκοσι επτά χρόνια, λοιπόν, η περιουσία πέντε μοναστηριών αποτιμήθηκε σε 22 δισ. ευρώ, σύμφωνα πάντα με την προσφυγή της εκκλησίας. Από πληροφορίες του διαδικτύου, η εκκλησία διαθέτει περί τα 2.500 μοναστήρια, οπότε αφήνω τις εκτιμήσεις στον κάθε καλόπιστο αναγνώστη. Πάντως, η εκκλησιαστική περιουσία, σύμφωνα με συντηρητικές εκτιμήσεις, θα μπορούσε να συγκριθεί ακόμα και με το χρέος της χώρας. Και όλα αυτά, χωρίς να μετράμε τα εκατοντάδες κτίρια σε όλη τη χώρα, τα χρηματικά διαθέσιμα, τις εκκλησιαστικές ανώνυμες εταιρείες και τις μετοχές της Εθνικής τράπεζας.

Δεν μας ενοχλεί η θρησκεία. Σεβόμαστε την ατομικότητα και τα πιστεύω του καθενός. Ούτως ή άλλως η θρησκεία, ως ιδεολόγημα, δεν συνεπάγεται κόστος. Το να πιστεύει ή να μην πιστεύει κανείς, ούτε επιβαρύνει ούτε ενοχλεί κανέναν. Αυτό που επιβαρύνει το κράτος, δηλαδή τον φορολογούμενο πολίτη, είναι οι οργανισμοί διαχείρισης της θρησκείας με τις λατρευτικές τους διαδικασίες.

Θα μπορούσαν, λοιπόν, οι κρατικοί οργανισμοί διαχείρισης της θρησκείας να καταργηθούν και να ανασυγκροτηθούν σε ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα. Σε ιδιωτικούς μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, με μέλη, Διοικητικά Συμβούλια, Γενικές Συνελεύσεις και με έσοδα που θα προέρχονται από συνδρομές και δωρεές. Σε καμία περίπτωση όμως από το υστέρημα του πολίτη, ο οποίος θα πρέπει, θέλοντας και μη, να πληρώνει για μια υπηρεσία που ούτε επέλεξε ν’ αγοράσει και την πληρώνει όταν τη χρησιμοποιεί. Μια τέτοια διευθέτηση θα απάλλασσε τον κρατικό προϋπολογισμό από το τεράστιο κόστος της συντήρησης των ιερατείων.

Δεν θα μπούμε στον πειρασμό να ανατρέξουμε στο «πόθεν έσχες» της τεράστιας εκκλησιαστικής περιουσίας, ούτε πόσο νόμιμα αποκτήθηκε. Δεν μας αφορούν, σ’ αυτή την αφήγηση, οι χαριστικές πράξεις, ούτε από πού αυτή η περιουσία έλκει την καταγωγή της. Θα χρειαζόμασταν βιβλίο ολόκληρο για εκτενείς αναφορές επί των πατριαρχικών σιγιλίων, των βερατίων και των σουλτανικών φιρμανίων. Ούτε ακόμα θα επικαλεστούμε τις, τυχόν, καλογερικές παραχαράξεις χρυσόβουλων και αυτοκρατορικών αποφάσεων. Δεν μας ενδιαφέρει ακόμα και η κατάχρηση της θεματοφυλακής και η ιδιοποίηση της περιουσίας πάμπολλων Ελλήνων που την παρέδιδαν στην εκκλησία για να τη διασώσουν από την αρπακτικότητα των Οθωμανών. Πού να φανταζόντουσαν, οι ατυχείς, ότι μετά τη Σκύλλα θα καραδοκούσε η Χάρυβδη.

Αν η κυβέρνηση αποφάσιζε ν’ αγνοήσει το πολιτικό κόστος, θα μπορούσε να εντάξει το θέμα στις προσοδοφόρες μεταρρυθμίσεις. Αν η εκκλησιαστική περιουσία, που παραμένει ανεκμετάλλευτη, μοιραζόταν σε άνεργους νέους επιχειρηματίες για τη δημιουργία επιχειρήσεων του πρωτογενούς γεωργικού, κτηνοτροφικού και τουριστικού τομέα, θα μπορούσε να προσβλέπει ακόμα και σε 200.000 νέες θέσεις εργασίας. Το κυριότερο όμως θα ήταν η αναπτυξιακή ώθηση της οικονομίας. Η δημιουργία αναπτυξιακής κατεύθυνσης μονάδων, με την ταυτόχρονη μείωση της ανεργίας. Αν μάλιστα μια τέτοια επιλογή υποστηριζόταν από την ήδη εξαγγελμένη αναπτυξιακή τράπεζα, τότε το εγχείρημα θα είχε θεαματικά αποτελέσματα. Ίσως, μάλιστα, ν’ αποτελούσε την πρώτη οργανωμένη κίνηση προς την κατεύθυνση στοχοθετημένης ανάπτυξης της χώρας.

Ας θυμίσουμε, λοιπόν, στον Αλέξη Τσίπρα μια προσφιλή του ατάκα! Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα!




http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.post&id=40277#item_comments

Δεν υπάρχουν σχόλια: