Πάμε!

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Κι Αν Η Ελλάδα Αξίζει Να Καταρρεύσει;


Αναρωτήσου το εξής:

Γιατί είμαστε έτσι;

Γιατί σε κάθε φανάρι συμπολίτες μας περνάνε την ουρά και έρχονται και στέκονται μπροστά για να περάσουν πρώτοι; Γιατί οι ΛΕΑ είναι μονίμως γεμάτες με γκαζομένους βλάκες;

Για ποιο λόγο η Ελλάδα είναι τελευταία από τις 27 χώρες της Ευρώπης σε συμμετοχή σε εθελοντικές οργανώσεις; Γιατί είμαστε τελευταίοι στην εθελοντική αιμοδοσία; Γιατί καπνίζουμε όπου θέλουμε, γιατί τα πεζοδρόμια είναι γεμάτα με σκατούλες σκύλων, γιατί τα πάρκα και οι δημόσιοι χώροι μαραζώνουν; Γιατί οι πόλεις μας δεν έχουν πεζοδρόμια;

Γιατί ζούμε έτσι;

Γιατί αποδεικνύουμε σε κάθε ευκαιρία ότι εμείς δε θέλουμε να ζούμε σε κοινωνία –θέλουμε ο καθένας να ζει μόνος του;

Δεν έχουμε περάσει κακουχίες εμείς; Δεν έχουμε ζήσει σεισμούς, κατοχές, χούντες, πείνες; Γιατί δεν μας ανάγκασαν όλα αυτά να φτιάξουμε μια κοινότητα ανθρώπων, να βρούμε τους τρόπους και να κάνουμε τους συμβιβασμούς που θα μας επιτρέψουν να ζήσουμε μαζί;

Πριν από λίγο καιρό διάβασα ένα βιβλίο που το είχα πολλά χρόνια αλλά δεν είχα προλάβει να ασχοληθώ μαζί του. Ασχολήθηκα τώρα γιατί με τράβηξε ο τίτλος: Λέγεται «Collapse: How Societies Choose To Fail Or Succeed» και το ‘χει γράψει ένας Αμερικανός παν-επιστήμονας, ο Τζάρεντ Ντάιμοντ. Το βιβλίο μελετάει την ιστορία πολιτισμών που για κάποιο λόγο έπαψαν να υπάρχουν, κατέρρευσαν, έσβησαν από το χάρτη, και προσπαθεί να εξηγήσει την κατάρρευσή τους, να βρει μήπως και υπάρχει κάποιος κοινός παράγοντας που οδηγεί τους πολιτισμούς στο χαμό.

Η προφανής ιδέα που μπήκε στο μυαλό μου διαβάζοντας ήταν η εξής: Μήπως η Ελλάδα, αυτή η περίεργη χώρα-άνευ-κοινωνίας δεν αξίζει να υπάρχει; Μήπως της αξίζει να καταρρεύσει;

Αποφάσισα να το εξετάσω λίγο πιο προσεκτικά το θέμα. 


Στο βιβλίο του ο Ντάιμοντ (ένας επιστήμονας πολυσχιδής και πολυάσχολος, που έχει καταπιαστεί με ένα σωρό επιστημονικούς τομείς, από την ορνιθολογία μέχρι τη γεωγραφία), μελετάει τις ιστορίες παλιών πολιτισμών που αφανίστηκαν από τη Γη, σε κάποιες περιπτώσεις ξαφνικά και αναπάντεχα, σε άλλες πιο μακρόσυρτα.

Στα νησιά Πίτκερν και Χέντερσον, για παράδειγμα, ο πολιτισμός κατέρρευσε όταν σταμάτησαν να τους στηρίζουν οι εμπορικοί τους σύμμαχοι. Στο νησί του Πάσχα οι κάτοικοι κατέστρεψαν από μόνοι τους τους φυσικούς πόρους του νησιού τους (έκοψαν όλα τα δέντρα, για παράδειγμα), ενώ οι Βίκινγκς που αποίκισαν τη Γροιλανδία αυταφανίστηκαν μεταξύ άλλων κι επειδή δίσταζαν να φάνε ψάρια. Δεν το έβρισκαν πολύ σικ, οπότε τελικά πέθαναν όλοι από την πείνα (και για άλλους λόγους, βεβαίως).

Το συμπέρασμα του βιβλίου είναι πως οι κυριότεροι λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν έναν πολιτισμό στην κατάρρευση είναι πέντε:

Η κλιματική αλλαγή
Εχθρικοί γείτονες
Διακοπή εμπορικών σχέσεων με άλλους λαούς
Περιβαλλοντικά προβλήματα
Αδυναμία προσαρμογής σε περιβαλλοντικά θέματα

Όπως βλέπεις, οι τρεις από τις πέντε αιτίες έχουν να κάνουν με το περιβάλλον. Λαοί που ιστορικά δεν μπορούν να προσαρμοστούν στις περιβαλλοντικές τους συνθήκες είναι καταδικασμένοι να χαθούν (πράγμα που επιτρέπει στο συγγραφέα να φτάσει σε συμπεράσματα βαρύγδουπα για τον πλανήτη σήμερα).

Προσπαθώντας τώρα να βάλουμε το θέμα της Ελλάδας στην όλη συλλογιστική, αντιμετωπίζουμε προβλήματα. Γιατί οι Έλληνες ασφαλώς και αδυνατούν να προσαρμοστούν στο περιβάλλον τους (οι παράνομες χωματερές μας είναι αναγνωρισμένες διεθνώς, ενώ οι Πασχαλονησιώτες θα μπορούσαν να μάθουν πολλά από τις δικές μας επιδόσεις στον αφανισμό δασών και την ανέγερση πέτρινων μνημείων –αυθαιρέτων- στη θέση τους –άσε που πλέον τα κόβουμε ακόμα και για καυσόξυλα), αλλά ο αφανισμός τους πιθανότατα δεν θα προκληθεί από αυτό. Η τρέχουσα Ελληνική κρίση δύσκολα μπορεί κάποιος να υποστηρίξει πως οφείλεται σε περιβαλλοντικά αίτια, και αν είναι αυτή που θα φέρει την κατάρρευση, μάλλον δεν εξηγείται εύκολα από κανέναν από τους πέντε λόγους που θέτει ο Ντάιμοντ.

Βεβαίως, ίσως εδώ να κάνουμε ένα λογικό άλμα θεωρώντας την Ελλάδα, μια χώρα που έχει εκχωρήσει μέρος της διακυβέρνησής της σε μια πολυεθνική συνομοσπονδία, και που δρα σε ένα εξαιρετικά πολυσύνθετο διεθνές περιβάλλον, ώς ξεχωριστή και αυτάρκη οντότητα, σαν τα νησάκια του Ειρηνικού ή τον πολιτισμό των Μάγιας. Από την άλλη, μπορεί οι λόγοι που περιγράφει ο Ντάιμοντ να μην ισχύουν οικουμενικά, ή να μην είναι οι μόνοι. Ο ίδιος αποδεικνύει πως αυτοί ισχύουν σε περιπτώσεις τεκμηριωμένες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κι άλλοι λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν έναν πολιτισμό (ή όπως θες πες το) στην κατάρρευση.

Ο Βρετανός ιστορικός Άρνολντ Τόινμπι προσέγγισε το θέμα της κατάρρευσης των ανθρώπινων πολιτισμών αλλιώς (ως ιστορικός), γράφοντας το γιγάντιο «A Study of History» (σε 12 τόμους, το ξεκίνησε το 1934 και το τελείωσε το 1961 –υπάρχουν και περιλήψεις εκεί έξω, ευτυχώς): Πιστεύει πως η κατάρρευση των πολιτισμών δεν προκαλείται από το ότι χάνουν τον έλεγχο του περιβάλλοντος ή εξωτερικές επιθέσεις, αλλά από την εξαφάνιση αυτού που αποκαλεί «δημιουργική μειονότητα», μια ομάδα του πληθυσμού που κινητοποιεί τη δημιουργία και την εξέλιξη στην κοινωνία. Σε κάποιο στάδιο της ζωής της κοινωνίας, αυτή η ομάδα μπορεί να μετατραπεί απλά σε «κραταιούσα μειοψηφία», η οποία επιβάλλεται στην πλειοψηφία χωρίς όμως να δικαιολογεί αυτή την επιβολή με πράξεις. Ο Τόινμπι πιστεύει πως αυτή η κραταιούσα μειοψηφία προσπαθεί να κρατήσει την εξουσία με κάθε τρόπο ακόμα κι αν δεν την αξίζει, με αποτέλεσμα το προλεταριάτο (αυτή τη λέξη χρησιμοποιεί, δεν κάνω πλάκα) ανταποδίδει «την αδικία με φθόνο, το φόβο με μίσος και τη βία με βία». Η διαδικασία σύγκρουσης που ακολουθεί μπορεί πρόσκαιρα να είναι και δημιουργική, αλλά τελικά οδηγεί στον κατακερματισμό του πολιτισμού και την κατάργηση της συνοχής του. Πρόκειται για μια ιδέα που ο Τόινμπι την τεκμηριώνει μελετώντας την ιστορία των μεγάλων πολιτισμών της ανθρωπότητας (σύμφωνα με τον υπολογισμό του έχουν υπάρξει 23 όλοι κι όλοι), και όχι μεμονωμένων κρατών. Ωστόσο, κάποιος μπορεί να δει την Ελληνική περίπτωση μέσα από αυτή την υπόθεση με μια σημαντική παραλλαγή.

Στην Ελλάδα είναι προφανές ότι δεν υπάρχει η «δημιουργική μειονότητα» που τροφοδοτεί την ανάπτυξη και παρασέρνει ολόκληρη την κοινωνία προς τα μπρος. Αν έχουμε κάτι, αυτό είναι μια «κραταιούσα μειοψηφία» (και μάλιστα έχω την εντύπωση πως πρόκειται για «κραταιούσα πλειοψηφία» μιας αλλόκοτης μορφής –αλλά αυτό είναι άλλο θέμα) η οποία μάλιστα προσπαθεί να κρατηθεί στην εξουσία με κάθε τρόπο κι αυτό πυροδοτεί (και στο μέλλον θα πυροδοτήσει πιο έντονα) μια διαδικασία σύγκρουσης. Το περίεργο εδώ είναι το εξής: Η Ελλάδα δεν είχε ποτέ μια δημιουργική μειοψηφία. Ποτέ δεν πέρασε την περίοδο ευημερίας με την ορθολογική μορφή που περνάνε τέτοιες περιόδους οι μεγάλοι πολιτισμοί που μελέτησε ο Τόινμπι. Η βραχύβια περίοδος ευημερίας των τελευταίων δεκαετιών ήταν τόσο στρεβλή που περιλάμβανε μόνο ένα από τα χαρακτηριστικά της ευημερίας –τα λεφτά-, και προφανώς γι’ αυτό ήταν και τόσο βραχύβια. Αλλά ποτέ δεν υπήρχε μια ισχυρή και ικανή μειοψηφία που υποστήριζε την ανάπτυξη πυροδοτώντας την καινοτομία και τη δημιουργικότητα σε όλους τους τομείς.

Η θεωρία μου ήταν πάντα πως η Ελλάδα πράγματι όδευε προς την ανάπτυξη μιας «δημιουργικής μειονότητας», αλλά πολύ πολύ αργά. Δηλαδή δεν είχαμε φτάσει στο σημείο που άλλοι λαοί έφτασαν πριν από δεκαετίες ή αιώνες (σκέψου πότε βρίσκονταν σε ακμή διάφορες χώρες), ή που πολλοί λαοί βρίσκονται σήμερα, αλλά ήμασταν καθ’ οδόν. Στο δρόμο. Κούτσα κούτσα.

Πολύ σχετική και ενδιαφέρουσα βρήκα την ανακοίνωση έρευνας του Πανεπιστημίου Rensselaer το περασμένο καλοκαίρι, σύμφωνα με την οποία αν μόνο το 10% του πληθυσμού πιστεύει ακράδαντα σε μια ιδέα, αυτή θα γίνει αποδεκτή από την πλειοψηφία του πολιτισμού.

«When the number of committed opinion holders is below 10 percent, there is no visible progress in the spread of ideas. It would literally take the amount of time comparable to the age of the universe for this size group to reach the majority,» said SCNARC Director Boleslaw Szymanski, the Claire and Roland Schmitt Distinguished Professor at Rensselaer. «Once that number grows above 10 percent, the idea spreads like flame.»

Νομίζω ότι αυτό ακριβώς είναι μια «δημιουργική μειοψηφία»: Ένας πυρήνας ανθρώπων που γεννούν ιδέες και κοινωνικά πρότυπα τα οποία υιοθετούνται (φυσιολογικά, οργανικά) από τον υπόλοιπο πληθυσμό και γίνονται κτήμα του. Στην Ελλάδα είναι οπωσδήποτε σίγουρο ότι αυτό δεν το έχουμε. Καθώς ο πληθυσμός ωριμάζει, μεγαλύτερο ποσοστό του μορφώνεται, και οι νέες τεχνολογίες κάνουν ξένες ιδέες και κουλτούρες εύκολα προσβάσιμες, η μειοψηφία αυτή μεγαλώνει. Ετούτη η κρίση, όμως, ενδέχεται να επιβραδύνει αυτή την πορεία (προς το 10%, ας πούμε) ή, αν είναι εξαιρετικά έντονη και μακρόχρονη (η κρίση), και να την αναστρέψει τελείως.

Αν συμβεί αυτό, η κατάρρευση θα είναι αναπόφευκτη.

Υπάρχουν κι άλλα συμπτώματα/ενδείξεις που υποδεικνύουν μια πορεία προς το ναδίρ: Ο ιστορικός και ανθρωπολόγος Τζόζεφ Τέιντερ γραφει στο «The Collapse of Complex Societies» (1988) πως η κατάρρευση των πολιτισμών έρχεται όταν συσσωρεύεται πολλή πολυπλοκότητα στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν προβλήματα. Όταν δηλαδή τα κράτη μεγαλώνουν και γίνονται περίπλοκα, αναπτύσσοντας αρτηριοσκληρωτικές δομές, γραφειοκρατεία, και τάξεις που καταναλώνουν πόρους χωρίς να συμμετέχουν ενεργά στην παραγωγή τους (γκουχ δημοσιογράφοι γκουχ), είναι καταδικασμένα να καταρρεύσουν. Ο Τέιντερ βρήκε την υπόθεσή του να ισχύει σε δεκαεφτά πολιτισμούς ιστορικά. Όπως αντιλαμβάνεσαι, η θεωρία ταιριάζει γάντι σε χώρες όπως η Ελλάδα (άλλο ένα παράδειγμα: η Ουγγαρία), όπου η αρτηριοσκλήρωση είναι το σύνηθες modus operandi.

Το συγκεκριμένο επιχείρημα αναλύεται εξαντλητικά στο σημαντικότερο πράγμα που διάβασα πρόσφατα, το βιβλίο του Νομπελίστα οικονομολόγου Μάνκουρ Όλσον με τ’ όνομα «The Rise and Decline of Nations«.

Η ιδέα που περιγράφει ο Όλσον είναι απλή: Σε κάθε χώρα υπάρχει η τάση να εμφανίζονται μικρές ομάδες-συμμαχίες κοινών οικονομικών συμφερόντων, όπως τα καρτέλ και τα συνδικάτα. Αυτές οι ομάδες έχουν ισχυρό συμφέρον να επηρεάζουν τη διεξαγωγή της πολιτικής προωθώντας μέτρα προστατευτισμού για τον εαυτό τους. Έτσι αποτελούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη της χώρας. Τα κέρδη από τις πολιτικές που τους προστατεύουν είναι μεγάλα για τα μέλη τους, αλλά η ζημία για την ευρύτερη κοινωνία είναι μικρότερη για κάθε μέλος της ξεχωριστά, έτσι η κοινωνία συνήθως δεν αντιδρά σε τέτοιου τύπου πολιτικές, και έτσι η δύναμη αυτών των ομάδων ολοένα μεγαλώνει. Σε βάθος χρόνου, η οικονομία ενός τέτοιου κράτους είναι καταδικασμένη να υποφέρει.

Ο Όλσον τεκμηριώνει τη θεωρία του με εκτενή και αναλυτικά παραδείγματα σε έξι κεφάλαια (το έβδομο είναι μια μαρτυρική αντιπαραβολή της ιδέας του απέναντι σε όσα πρεσβεύουν οι σύγχρονες μακροοικονομικές θεωρίες, και μου έβγαλε την παναγία). Τα παραδείγματα κρίνουν την ανάπτυξη των οικονομιών διαφόρων χωρών διαχρονικά, από τη Νότια Αφρική και την Ινδία με τις κάστες μέχρι την ανάπτυξη των οικονομιών των ΗΠΑ, της Δυτικής Γερμανίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας και της Ιαπωνίας μετά τον πόλεμο.

Η Γαλλία, για παράδειγμα, παρ’ όλες τις καταστροφές που έζησε με την ήττα της στον πόλεμο, και μετά από αιώνες αναταραχών και επαναστάσεων (τέσσερις φορές καταλήφθηκε από στρατούς ξένους σε δυο αιώνες, αν το καλοσκεφτείς), κατάφερε μεταπολεμικά να αναπτυχθεί ραγδαία. Το ίδιο και πιο έντονο συνέβη στη Γερμανία και την Ιαπωνία. Και μπορεί κάποιος να πει ότι η ραγδαία ανάπτυξη σε χώρες που είχαν καταστραφεί από τον πόλεμο είναι φυσιολογική, καθώς τα περιθώρια για ανάπτυξη ήταν πολύ μεγαλύτερα, αλλά απ’ ότι αποδείχτηκε η ανάπτυξη των συγκεκριμένων χωρών συνεχίστηκε με τον ίδιο ρυθμό ακόμα και όταν έφτασαν –και στη συνέχεια ξεπέρασαν- τα οικονομικά μεγέθη των χωρών που τις είχαν νικήσει στον πόλεμο. Η ανάπτυξή τους, όπως αποδεικνύει ο Όλσον, δεν οφειλόταν στην καταστροφή των υλικών τους υποδομών από τον πόλεμο –αλλά στην καταστροφή των δυσκοίλιων κοινωνικών δομών, των συνδικάτων, των προστατευτισμών και των καρτέλ, που μεταπολεμικά δεν υπήρχαν για να εμποδίσουν την ανάπτυξη.

Αντίθετα η Αγγλία έχει αξιοσημείωτη σταθερότητα από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης και μετά. Δεν έχει ζήσει κατοχές. Δεν έχει ζήσει μεγάλες κοινωνικές αναταράξεις. Οι δομές της είναι ανέπαφες. Και έτσι η ανάπτυξή της είναι πολύ πιο αργή και η ικανότητά της να υιοθετεί καινοτομίες και να προσαρμόζεται σε νέα οικονομικά μοντέλα πολύ μικρότερη.

Ο Όλσον αναλύει εξαντλητικά τα χαρακτηριστικά των μικροσυμφερόντων σε πολλές χώρες και τον τρόπο με τον οποίο εμποδίζουν την ανάπτυξη της οικονομίας και το επιχείρημά του πείθει: Όποιος πιστεύει ότι οι προστατευτισμοί, τα κλειστά επαγγέλματα και τα ισχυρά συνδικάτα είναι πράγματα θετικά για μια οικονομία, καλά θα κάνει να το διαβάσει άμεσα, με ανοιχτό μυαλό, έτοιμος για μια απότομη κι ακαριαία νοητική χειροφρενιά 180 μοιρών.

Αν θέλουμε να δούμε τώρα πώς έρχεται και κολλάει η Ελλάδα στην υπόθεση του Όλσον, θα καταλήξουμε αρκετά γρήγορα σε δύο προφανή συμπεράσματα: Πρώτον, ότι στην Ελλάδα η ανάπτυξη είναι αδύνατη εξαιτίας της πολύ μεγάλης δύναμης των επιμέρους συμφερόντων, των επιχειρηματικών καρτέλ, των συντεχνιών και των συνδικάτων. Είναι μια κλειστή και αρτηριοσκληρωτική οικονομία ολόιδια με όλες τις κλειστές και αρτηριοσκληρωτικές οικονομίες που περιγράφει ο Όλσον. Το δεύτερο και φοβερότερο, όμως, είναι ότι η Ελλάδα πρόλαβε και έστησε όλες αυτές τις αρτηριοσκληρωτικές δομές πάρα πολύ γρήγορα. Η δικιά μας η χώρα καταστράφηκε σε αρκετά μεγάλο βαθμό στον πόλεμο (όπως η Γαλλία και η Γερμανία, και αντίθετα με την Αγγλία) και πράγματι ξεκίνησε με τις πρότερες δομές της κατεστραμμένες. Υποθέτω ότι δύο παράγοντες (πιο ασαφώς ο διχασμός του εμφυλίου και πιο εμφατικά ο Ανδρέας Παπανδρέου) έπαιξαν ρόλο στο να αναπτυχθεί στην Ελλάδα μέσα σε λίγες δεκαετίες οικονομική αρτηριοσκλήρωση που σε άλλες χώρες χρειάστηκε αιώνες. Αλλά τα καταφέραμε.

Το συμπέρασμα από όλα αυτά είναι πως σχεδόν όλα τα βιβλία που περιγράφουν το γιατί οι χώρες και οι πολιτισμοί καταρρέουν περιγράφουν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο την Ελλάδα όπως είναι σήμερα. Επιβεβαιώνουν ότι είμαστε υπό κατάρρευση. Αυτό που νιώθουμε όταν βλέπουμε τη συμπεριφορά των συμπολιτών μας, και το πολιτικό προσωπικό που έχουν αναδείξει, αυτή η αόριστη αίσθηση πως η ύπαρξη αυτής της μη-κοινωνίας είναι ένα λάθος που δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει για πολύ ακόμα, από ό,τι φαίνεται είναι δικαιολογημένη. Βασίζεται σε ιστορικά προηγούμενα. Τεκμηριώνεται επιστημονικά.

Το θέμα είναι: Τι σημαίνει «κατάρρευση»;

Τόσο καιρό αντιμετωπίζουμε την κρίση ώς κάτι που θα μας φέρει οικονομική στενότητα για πολλά χρόνια. Το χειρότερο σενάριο που σκεφτόμαστε για την πατρίδα μας είναι να επιστρέψει σε δικό της νόμισμα και να ζήσει την ακραία φτώχεια.

Μήπως όμως αυτό το σενάριο δεν είναι το χειρότερο;

Μήπως η ίδια η υπόσταση της χώρας είναι αδύνατη;

Κι αν είναι, τί υπάρχει για να την αντικαταστήσει;

Τα βιβλία δεν ορίζουν τί σημαίνει «κατάρρευση» -αφήνουν την ιστορία να το κάνει: Το νησί του Πάσχα έγινε ακατοίκητο. Οι Βίκινγκς εξαφανίστηκαν από τη Γροιλανδία, δεν έμεινε ούτε ένας. Οι Μάγιας, οι Ρωμαίοι, οι Ινδιάνοι, όλοι οι πολιτισμοί που κατέρρευσαν στο παρελθόν δεν συνέχισαν να υπάρχουν, απλά πιο φτωχοί, όπως φοβόμαστε ότι θα πάθουμε εμείς: Έγιναν κάτι άλλο.

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, οι μόνες περίοδοι σχετικής ευημερίας και ανάπτυξης που έχει γνωρίσει ετούτη εδώ ή άκρη της Βαλκανικής, αυτές τις οποίες «νοσταλγούν» οι υπερπατριώτες, αυτές που ακόμα μνημονεύουν τα βιβλία της ιστορίας με αγαλλίαση, ήταν δύο, και απείχαν χιλιετίες μεταξύ τους: Η κλασσική αρχαιότητα, όταν η χερσόνησός ήταν κατακερματισμένη σε ξέχωρες και ανεξάρτητες πόλεις-κράτη (που τσακώνονταν), και το Βυζάντιο, όταν ετούτο το κομμάτι γης ήταν μόνο ένα -πολυεθνικό και πολύγλωσσο- κομμάτι μιας μεγαλύτερης συνομοσπονδίας.

Σκέψου το λίγο:

Μια μεγάλη και ενιαία και ανεξάρτητη χώρα γεμάτη Έλληνες ίσως και να μην είναι εφικτή.

Είναι μια ιδέα κάπως περίεργη και ρηξικέλευθη αυτή, και πάσχει αφ’ ενός στο ότι η έρευνά μου δεν είναι πλήρης (δεν έχουν γραφτεί μόνο τέσσερα βιβλία για το θέμα, και τα τέσσερα συγκεκριμένα δεν αρκούν για συμπεράσματα καθώς έχουν πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις και η εξαγωγή κοινών συμπερασμάτων από αυτά απαιτεί απλοποιήσεις και γενικεύσεις) και αφ’ ετέρου στο ότι βασικά σημεία της συλλογιστικής (ακόμα και το τι είναι «κοινωνία» και το πώς ορίζεται η λέξη «κατάρρευση») είναι έννοιες ρευστές.

Αλλά νομίζω ότι οπωσδήποτε αξίζει περισσότερη διερεύνηση. Αν κάτι έχει γίνει προφανές τα τελευταία δύο χρόνια της καταστροφής, είναι ότι δεν έχουμε μάθει τίποτα απολύτως, και ότι όποια και αν είναι η επόμενη μέρα, εμείς (μάλλον) θα συνεχίσουμε να είμαστε ίδιοι. Αλλά αν συνεχίσουμε ίδιοι, μάλλον δεν θα μπορούμε να συνεχίσουμε καθόλου. Δεν ξέρω τί θα σημαίνει αυτό, με βάση τα παραπάνω. Χρειάζονται λογικά άλματα εδώ, με μπόλικη φαντασία μέσα, και γι’ αυτό δε γράφω ούτε εικασίες (δοκίμασα, μοιάζουν εξωφρενικές, τις ξανάσβησα).

Τώρα, το ξέρω: Είναι λίγο στενάχωρο να τα σκέφτεται αυτά κάποιος που έχει ζήσει τα τελευταία 10-15 χρόνια της αφελούς και επιφανειακής ευμάρειας. Πιστεύω ότι το συναίσθημα περιγράφεται άψογα σε ένα απόσπασμα ομιλίας Προέδρου μιας μεγάλης χώρας, καθώς ετοιμαζόταν να αναλάβει τα καθήκοντά του κι ενώ η χώρα του βούλιαζε στη μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας της. Ο Πρόεδρος ήταν ο Αβραάμ Λίνκολν, η χώρα ήταν οι ΗΠΑ και η κρίση ήταν ο εμφύλιος πόλεμος που μόλις ξεκινούσε. Το Φεβρουάριο του 1861, καθώς έφευγε από τη γενέτειρά του για να πάει στη Ουάσινγκτον και να κυβερνήσει, ο Λίνκολν είπε τα εξής:

«Ίσως έχουμε φτάσει σε μια τρομερή ημέρα αφύπνισης, και ίσως το όνειρο να ‘χει τελειώσει. Αν ναι, τότε φοβάμαι ότι το όνειρο θα ‘χει τελειώσει για πάντα. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι άνθρωποι θα έχουν ξανά την ευκαιρία που είχαμε εμείς».

Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να το πει αυτό για εμάς σήμερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: