Πάμε!

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

Συνεπής, όπως αναμενόταν...



Αγαπητοί συνάδελφοι, κ. Υπουργέ, κ. Πρόεδρε,

Κάποτε, ως Υπουργός Παιδείας, ρώτησα έναν Πρύτανη γιατί στο Πανεπιστήμιό του έπρεπε για να πάρει ένας φοιτητής το πτυχίο της Βιολογίας να κάνει 83 μαθήματα, όταν σε άλλα πολύ καλά Πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο, όπως στις ΗΠΑ, το μάξιμουμ ήταν 32 μαθήματα. Η απάντησή του ήταν αποκαλυπτική: "Επειδή έχουμε 83 καθηγητές".

Είναι ένα παράδειγμα, αγαπητοί συνάδελφοι, της κακοδαιμονίας του δημόσιου ελληνικού Πανεπιστημίου. Βασικό κριτήριο, για την απόκτηση ενός πανεπιστημιακού πτυχίου σ’ αυτή την περίπτωση, δεν ήταν οι ανάγκες της επιστήμης, δεν ήταν οι ανάγκες του επαγγέλματος, δεν ήταν η ανάπτυξη της Περιφέρειας, όπου θα μπορούσε να συμβάλλει ουσιαστικά το Πανεπιστήμιο και τα ΤΕΙ, ούτε οι ανάγκες της παραγωγής, τοπικής, εθνικής, ούτε της καινοτομίας, ούτε βέβαια και της ανάγκης να βρουν δουλειά οι νέοι.

Το βασικό κριτήριο ήταν το Τμήμα Βιολογίας να τακτοποιήσει τους καθηγητές, να πουλήσουν το σύγγραμμά τους, που συνήθως, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, με εξαιρέσεις βεβαίως, ήταν απλώς η ανατύπωση του διδακτορικού τους έργου.

Χωρίς να υπάρχει ένα άρτιο, οργανωμένο πρόγραμμα σπουδών, το οποίο συλλογικά και με συγκεκριμένη στόχευση θα υπηρετούσε το κοινό συμφέρον.

Είναι ένα παράδειγμα, δεν είναι η μόνη κακοδαιμονία, αλλά είναι δυστυχώς ο κανόνας και όχι η εξαίρεση για το ελληνικό δημόσιο Πανεπιστήμιο. Όσοι μιλούν για το δημοκρατικό Πανεπιστήμιο, αγνοούν ότι το σύστημα ως έχει, καλλιεργεί ένα πελατειακό Πανεπιστήμιο, πνίγοντας τις πραγματικές δυνάμεις που υπάρχουν, του τόπου και της ακαδημαϊκής κοινότητας, αποξενωμένο από τις πραγματικές ανάγκες των ίδιων των φοιτητών αλλά και της κοινωνίας. Ένα δείγμα του παραλογισμού ενός πελατειακού συστήματος διοίκησης, που πληρώνει όμως ο Ελληνικός λαός με τους φόρους του.

Αυτή είναι η πραγματικότητα και θέλω να πω και το λέω συνέχεια, ότι αν κερδίσουμε, για παράδειγμα, στη διαπραγμάτευση που κάνει η κυβέρνηση με τους εταίρους μας, όσο χρόνο και όσα χρήματα αν μας δώσουν οι εταίροι μας, όσο ευνοϊκή και αν γίνει η ευρωπαϊκή πραγματικότητα, πρώτιστη ευθύνη, δική μας ευθύνη, είναι να συνεχίσουμε να αλλάζουμε ριζικά τη χώρα μας.

Πόσο μάλλον, αν η ευρωπαϊκές και παγκόσμιες συνθήκες γίνουν πιο δύσκολες. Διότι αυτή τη στιγμή η Ευρωπαϊκή Ένωση σπαράσσεται από τις διαφωνίες. Κάνει ένα μετέωρο βήμα μεταξύ της μεγαλύτερης και αναγκαίας εμβάθυνσης, συνεργασίας, εποπτείας, αλλά και αλληλεγγύης και από την άλλη μεριά, ενός νέου εθνικισμού που αναπτύσσεται, και της αποδόμησης του ευρώ και της ίδιας της Ευρώπης όπως την ξέρουμε.

Γι’ αυτό πρέπει να κατανοήσουμε ότι, οι μεγάλες θεσμικές αλλαγές είναι προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ, αν θέλετε, ώστε να γίνει η Ελλάδα ισχυρή. Να σταθεί στα δικά της πόδια - να σταθούμε στις δικές μας ελληνικές δυνάμεις.

Γιατί η εξάρτησή μας ξεκινά από τις δικές μας αδυναμίες, όχι έξωθεν.

Ξεκινά από μια οικονομία που βασίστηκε στον παρασιτισμό, όχι στην πραγματική παραγωγή, από μια παιδεία στραμμένη στην έτοιμη θέση στο Δημόσιο και όχι στην καλλιέργεια των δυνάμεών μας, από την πελατειακή πολιτική που στρέφει τον Έλληνα, τις δυνάμεις του Ελληνισμού, σ’ έναν αέναο ανταγωνισμό για το κυνήγι του μικροσυμφέροντος, της εξουσίας σε βάρος του συνόλου, σε βάρος του κοινού και δημόσιου συμφέροντος, αντί της εδραίωσης βασικών αρχών και δικαιωμάτων για όλους.

Ας το καταλάβουμε καλά, η οριστική έξοδος της Ελλάδας από την κρίση και η αλλαγή της Ελλάδας, είναι δυο έννοιες αλληλένδετες. Δεν πρόκειται να σωθεί οριστικά η χώρα αν δεν αλλάξει ριζικά. Να ξεριζώσουμε πελατειακές αντιλήψεις, να εδραιώσουμε τα βήματα διαφάνειας που έγιναν παντού, να συνεχιστεί το χτύπημα της διαφθοράς, της σπατάλης, να εδραιωθεί η αξιοκρατία και η λογοδοσία και στα Πανεπιστήμιά μας, να εμπεδώσουμε το αίσθημα δικαίου, της ευνομίας.

Αν δεν τα κάνουμε αυτά, τότε η χώρα θα παραμείνει με τις παθογένειές της και θα είναι εξαρτημένη από τους ανέμους των καιρών, των αγορών και των εκάστοτε ισχυρών.

Γι’ αυτό ξεκινήσαμε, και πριν και μετά το μνημόνιο, να ξεριζώνουμε αυτή την πελατειακή λογική που είναι η βαθύτερη αιτία του προβλήματος. Ένα κράτος που υπηρετεί όχι τους ισχυρούς, αλλά το δημόσιο συμφέρον.

Διότι είναι σύμπτωμα, που παραλίγο βεβαίως να μας φέρει στην κατάρρευση, το έλλειμμα και το χρέος. Οι αιτίες είναι βαθύτερες. Αυτές πρέπει να θεραπεύσουμε.

Αυτό κάναμε και στην τριτοβάθμια παιδεία.

Μεγάλες αλλαγές που δεν επιβάλλει κανένα μνημόνιο και καμία τρόικα, για τις οποίες εμείς και μόνο εμείς είμαστε υπεύθυνοι, για να παραδώσουμε βιώσιμη, δικαιότερη την Ελλάδα στα παιδιά μας.

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Κύριε Υπουργέ, είχα την πρόθεση να ζητήσω και την απόσυρση και να καταψηφίσω, άκουσα ότι θα κάνετε κάποιες αλλαγές, θ’ ακούσω βεβαίως τι τελικά θα δεχθείτε, χαίρομαι που υπήρξαν αλλαγές, θα τις αξιολογήσω για τη στάση μου.

Αλλά θέλω να τονίσω ότι, το πρώτο νομοσχέδιο που έφερε η κυβέρνηση, συμβολίζει δυστυχώς όλα αυτά που θα έπρεπε ν’ αλλάξουν. Αποτελεί μια αντιμεταρρύθμιση. Μας πήγαινε πίσω αντί για μπροστά, αντί να κάνει και άλλες τομές και να συνεχίσει ακόμη περισσότερο να αντιμετωπίζει τα κακώς κείμενα των Πανεπιστημίων.

Έδωσε ένα κακό μήνυμα, ότι η κυβέρνηση εκφράζει τη βούληση να συνεχίσει την επίπονη προσπάθεια για να μειώσει τα ελλείμματα με βαρύ τίμημα για τον Ελληνικό λαό, φοβάται όμως και δεν έχει την τόλμη ν’ αντιμετωπίσει τα βαθύτερα αίτια.

Δεύτερον, έδινε το μήνυμα ότι ενδίδουμε σε κάποιες ισχυρές συντεχνίες καθηγητών, σε βάρος του κοινωνικού συνόλου και ειδικότερα της νέας γενιάς. Έρχεστε ν’ αλλάξετε ένα νόμο που ψηφίστηκε από τα 4/5 της ελληνικής Βουλής. Γιατί σας πίεσαν. Ποιοι; Οι Πρυτάνεις.

Ποιο είναι το δίδαγμα για τον Ελληνικό λαό, για τους δημοκρατικούς μας θεσμούς αλλά και για κάθε άλλη συντεχνιακή ή άλλη απαίτηση; Ότι το Κοινοβούλιο δεν είναι παρά έρμαιο εξωθεσμικών βουλήσεων, ότι υπηρετούμε ειδικά συμφέροντα, όχι το δημόσιο συμφέρον.

Εάν φοβόμαστε τόσο ν’ αγγίξουμε τα προνόμια ενός καθηγητικού κατεστημένου, τι να πούμε για τα προνόμια ισχυρότερων, όπως των τραπεζιτών ή των μεγάλων φοροφυγάδων;

Αποτελεί πλήγμα στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, το Κοινοβούλιο, τη στιγμή που ο Έλληνας πολίτης αισθάνεται βαθιά την έλλειψη αξιοπιστίας προς το πολιτικό σύστημα της χώρας.

Τρίτον, τη στιγμή που διαπραγματευόμαστε με τους εταίρους μας για την πιο ήπια προσαρμογή, για την αποφυγή των λεγόμενων οριζόντιων μέτρων, ένα βασικό διαπραγματευτικό μας όπλο θα ήταν η ανάδειξη του μεταρρυθμιστικού έργου που προωθήσαμε και που προωθούμε κάτω από αντίξοες συνθήκες. Έχω πει από την πρώτη στιγμή που ανέλαβα, το 2009, στους εταίρους μας, ότι το θέμα των μισθών και των συντάξεων είναι δευτερεύον μπροστά στη μεγάλη προτεραιότητα να διορθώσουμε στρεβλώσεις, να αντιμετωπίσουμε την αδιαφάνεια, τη διαφθορά, τη σπατάλη, την πελατειακή διαχείριση των υλικών αλλά και των ανθρώπινων πόρων.

Θα έπρεπε να βροντοφωνάζουμε για κάθε μεγάλη θεσμική αλλαγή αντί να την καταργούμε, αποδεικνύοντας έτσι τη βούλησή μας να σπάσουμε αυγά για να βάλουμε τάξη στη χώρα, να αναμορφώσουμε βασικούς και καίριους θεσμούς, όπως της Παιδείας, να γίνει η Ελλάδα στο μέλλον μια χώρα ισχυρή, βιώσιμη, χωρίς την ανάγκη συνεχούς αιμοδοσίας.

Εσείς κάνατε το αντίθετο. Δώσατε στους εταίρους μας το μήνυμα ότι η κυβέρνηση είναι έτοιμη να υποκύψει στις βουλήσεις κάθε κακώς εννοούμενης συντεχνίας, κάθε ειδικού συμφέροντος. Και αυτό υπονομεύει και τη διαπραγματευτική μας θέση.

Επί της ουσίας του νομοσχεδίου, το ξέρετε καλά, ψηφίσαμε πέρυσι ώστε η λειτουργία των Πανεπιστημίων να τεθεί σε μια νέα βάση. Αυτό έγινε και με πρωτόγνωρες διαδικασίες. Συγκροτήθηκε Διεθνής Συμβουλευτική Επιτροπή με κορυφαίους ακαδημαϊκούς, από τα πιο πετυχημένα Πανεπιστήμια του κόσμου. Μελέτησε την κατάσταση, κατέθεσε τις προτάσεις για τις καλύτερες πρακτικές.

Με βάση αυτές τις προτάσεις και με εξαντλητικό διάλογο από την τότε ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, διαμορφώθηκε ένα νέο πλαίσιο.

Για να απελευθερώσουμε τα Πανεπιστήμιά μας, να γίνουν ανταγωνιστικά στο διεθνές περιβάλλον, να βοηθήσουν πράγματι την Ελλάδα να ξεπεράσει την κρίση. Καθοριστικής σημασίας ζήτημα, διότι οι διεθνείς μελέτες δείχνουν, ότι οι χώρες που έχουν μέλλον και μπορούν ν’ ανταγωνιστούν, είναι οι χώρες που επενδύουν στην Παιδεία, στην καινοτομία, στην έρευνα. Αυτό φαίνεται και στην Ευρώπη. Και η Ισπανία και η Ελλάδα που έχουν τα ασθενέστερα εκπαιδευτικά συστήματα, έχουν και τη μεγαλύτερη ανεργία.

Θυμίζω ότι, οι περσινές αλλαγές στα Πανεπιστήμια χαιρετίστηκαν απ’ όλους τους διεθνείς Οργανισμούς. Και ότι, η Ελλάδα την περίοδο 2009-2011, ήταν συνολικά η πρώτη χώρα στον ΟΟΣΑ, δηλαδή στις πιο ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες, σε ρυθμό υιοθέτησης μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς. Πρώτη στον κόσμο.

Κλείνοντας κ. Πρόεδρε, αγαπητοί συνάδελφοι, θέλω να επικαλεσθώ έναν μεγάλο δάσκαλο, έναν ακατάπαυστο εργάτη της Παιδείας και από την έδρα και στη θεωρία και για την ιστορία του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Ήταν και για μένα δάσκαλος, όσο χειριζόμουν τα θέματα Παιδείας στη χώρα. Αναφέρομαι στον Αλέξη Δημαρά, που δυστυχώς τον χάσαμε φέτος το καλοκαίρι.

Μιλώντας για την ιστορία της Παιδείας στην Ελλάδα, μου έλεγε ότι η βασικότερη αδυναμία είναι η απουσία συνέχειας και σοβαρού μακροπρόθεσμου προγραμματισμού. Και έβλεπε τη θεραπεία γι’ αυτό το μεγάλο πολιτικό πρόβλημα, στη διαμόρφωση ευρύτατης συναίνεσης γύρω από τα θέματα της Παιδείας, στα βασικά θέματα προγραμματισμού και αποφάσεων για την Παιδεία. Μια διακομματική και όχι μόνο, συνεργασία.

Αυτή την αρχή υπηρέτησα όσο μπορούσα και ως Υπουργός Παιδείας αλλά και ως Πρωθυπουργός. Το ίδιο έπραξα όταν μίλησα με τονμσημερινό Πρωθυπουργό και τότε Αρχηγό της Αντιπολίτευσης, Αντώνη Σαμαρά, για να βρεθούν οι κοινό τόποι και να ψηφιστεί τότε ο νόμος.

Αυτή ήταν μια ιστορική κατάκτηση για την Παιδεία μας αλλά και για τον πολιτικό μας πολιτισμό. Κάτι που και ενέπνευσε και χαιρετίστηκε από τον Ελληνικό λαό, από τα Μέσα Ενημέρωσης. Αυτή η κατάκτηση δεν πρέπει να πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων.

Ελπίζω κ. Υπουργέ ότι πράγματι θ’ ακούσετε τις προτάσεις, τις εποικοδομητικές προτάσεις, εδώ, στην αίθουσα αυτή, όχι απλώς για να μπορέσει να διασωθεί ο νόμος, αλλά και να προχωρήσει, να υλοποιηθεί. Και να συνεχιστούν οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις στο χώρο της Παιδείας, γιατί τελικά, αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία για τις επόμενες γενιές απ’ όλες αυτές τις δοκιμασίες που περνάμε αυτή τη στιγμή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: